Επιστολη Κων/πολεως Καλλινικου του β΄ προς τον Λαρισης Παρθενιο. (1701)

Την παρακάτω επιστολή, η οποία βρίσκεται σε διάφορα χειρόγραφα και έντυπα, την δημοσιεύουμε (τα έντονα και υπογραμμισμένα γράμματα ημέτερα) διότι είναι εξαιρετικά επίκαιρη, αφού δείχνει ποια ήταν η θέση των ορθοδόξων Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, κατά τους προηγούμενους αιώνες, για τις σχέσεις μας με τους ετεροδόξους. Θέση εντελώς αντίθετη από αυτήν που εκφράζουν τα τελευταία εκατό χρόνια οι οικουμενιστές πατριάρχες. Και δημιουργείται το εξής ερώτημα: εφόσον το Σύνταγμα ρητώς γράφει πως „H Oρθόδοξη Eκκλησία της Eλλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Kύριο ημών Iησού Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Eκκλησία του Xριστού  τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις” (εκ του ισχύοντος Συντάγματος), ποια από τις δύο θέσεις που εξέφρασε η Μεγάλη Εκκλησία, η θέση του μακαριστού Καλλινίκου και των ορθοδόξων Πατριαρχών τότε ή η θέση του κ. Βαρθολομαίου και των οικουμενιστών πατριαρχών τώρα, συντάσσεται με „τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις”, τους οποίους τηρεί απαρασάλευτα; Η απάντηση είναι απλή. Δεδομένου ότι ο νομοθέτης συνέταξε το σχετικό άρθρο το 1844 (το κείμενο του πρώτου Συντάγματος είναι το ίδιο με το παραπάνω, σε παλαιότερη μορφή της γλώσσας μας:  ρθόδοξος κκλησία τς λλάδος, κεφαλν γνωρίζουσα τν Κύριον μών ησον Χριστόν, πάρχει ναποσπάστως νωμένη δογματικς μετ τς ν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης κα πάσης λλης μοδόξου το Χριστο Εκκλησίας, τηροσα απαρασαλεύτως, ς κεναι, τούς ερος ποστολικος κα συνοδικούς κανόνες κα τς εράς παραδόσεις”) σαφώς λαμβάνεται υπόψιν και δικαιώνεται η τότε θέση του Πατριαρχείου, ενώ η νυν οικουμενιστική συνιστά παρεκτροπή εκ της Ορθοδοξίας.  Επομένως, όσα μέλη της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν έχουν εκκλησιαστική κοινωνία με την σημερινή Διοίκηση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (αλλά και με τη Διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος που επίσης έχει παρεκκλίνει από τη γραμμή της Ορθοδοξίας και επομένως δεν μπορεί να αποτελεί την Εκκλησία που αναγνωρίζει το Σύνταγμα) καλύπτονται και συνταγματικώς. Περί αυτού όμως, αναλυτικότερα, σε άλλο άρθρο. Ας διαβάσουμε με προσοχή την επιστολή του αοιδίμου Πατριάρχου Καλλινίκου του Β΄ του Ακαρνάνος (+1702), στην οποία ξεκάθαρα ομολογούνται οι Δυτικοί ως αιρετικοί και οι ψευδεκκλησίες τους ως σχισματικές και αιρετικές.

Νικόλαος Μάννης

 

Περ το μ δέχεσθαι τερόδοξον ς νάδοχον ρθοδόξου

Καλλίνικος ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης.

Τὸ γράμμα τῆς ἀρχιερωσύνης σου ἐλάβομεν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐρωτᾶ περί τινων ἐνδεχομένων συμβῆναιˑ ἤγουν ἀνίσως καὶ ζητηθῇ ἀπὸ τοὺς εἰς τὰ αὐτόθι διατρίβοντας Λατίνους, τόσον παπιστάς, ὡσὰν καὶ λουτεροκαλβίνους, κανένα ἐκκλησιαστικὸν μυστήριον, εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς δοθῇ, ἢ ὄχι;
Καί πρώτονˑ ἀνίσως τινὰς τῶν παπιστῶν ευρισκόμενος ες πικίνδυνον κα πνέων τά λοίσθια ἤθελε ζητήσει νὰ μεταλάβῃ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, δυνατόν ἐστι μεταδοῦναι αὐτῷ; Εἰς τὸ ὁποῖον θέλετε ἔχει ἀπόκρισιν ἐκεῖνο, ὅπου εἶναι καὶ γνωστὸν τοῖς πᾶσι καὶ δυνατόν, ἤγουν, ἐὰν θελήσ ν καταργήσ τν λατινικν δόξαν, τοι τ λατινικν φρόνημα, κα ν ποδεχθ τν πίστιν τς νατολικς κκλησίας, νεμποδίστως μεταλαμβάνει τν χράντων μυστηρίωνˑ ε δ μένων ες τν θρησκείαν του ζητήσει ν μεταλάβ, δύνατόν στιν, τι τ ατ ποτήριον τος κοινωνοντας μοφρονοντας εναι βούλεται, οχ λλοτρίουςˑ τ λλότρια γρ κοινώνητα εσί.
Δεύτερον· ἐρωτᾶ, ἐὰν ἤθελεν ἀποθάνει τις ἐξ αὐτῶν, καί ἤθελον ζητήσει ἱερεῖς πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι ἐκεῖνον, τί ποιητέον; Εἰς τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει τὴν ἀπόκρισιν, ὅτι μηδόλως νὰ δοθοῦν ἱερεῖς εἰς ἐνταφιασμὸν τοῦ αἱρετικοῦˑ διατ κενον πο εναι π νάθεμα πς θέλουν ν παρακαλον πρ ατο ο ερες ν τν τάξ Θες μετ δικαίων πνευμάτων; Τ δ εναι ατος αρετικος ναμφίβολον στίˑ κα ατο μν χουν σύνοδον, πο μς ναθεματίζουν δι αρετικούς, κα τζι τ λέγουν κα τζι τ κηρύττουνˑ μες δ οχ ττον, λλ κα πολλ μάλλον τος χομεν δι αρετικος κα π τ νάθεμα τελοντας πολλν οκουμενικν συνόδων πο ναθεματίζουσι τος θετοντας τ δόγματα τς νατολικς κκλησίας, τὴν ὁποῖαν αὐτοὶ οὐδὲ διὰ Ἐκκλησίαν δὲν τὴν λογίζουν, καὶ ἂν οἱ πολιτικοὶ τῶν χριστιανῶν νόμοι ἀποφασίζουν ὅτι ὅποιος  εἰς ἓν μόνον δόγμα ἀθετήσει αἱρετικὸς ἐστίν, αμὴ πῶς νὰ μὴν εἶναι αὐτοὶ αἱρετικοί, ὁποῦ μηδὲ κανένα δὲν ἀφῆκαν ἀμετάτρεπτον; Ἄρα ὁ μὴ ὢν μετ᾿ ἐμοῦ, κατ᾿ ἐμοῦ ἐστίˑ καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ᾿ ἐμοῦ σκορπίζειˑ καὶ πειδ ξεχώρισαν π τν νατολικν κκλησίαν κα καμαν λλην δικήν τους τερατώδη, νομοίαν κα παντάπασι ξεχωρισμένην π τν νατολικν κκλησίαν, ναντίρρητόν στιν, τι αρετικο εναι κα ναπολόγητοι, κα καμμίαν συγκοινωνίαν μετ᾿ μς δν χουσιν, τι τ νωμένα δν εναι διηρημέναˑ τ δ διρημένα δν εναι νωμένα, κα ς ματαιολογοσιν σα θέλουσινˑ ὥστε ἱερεῖς ὀρθόδοξοι νεκροὺς αἱρετικοὺς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνταφιάζουν.
Τρίτον ἐρωτᾶ, ὡς ἔτυχε νὰ γεννήσῃ ἡ γυνὴ τοῦ κονσόλου [=προξένου] τῶν Ἐγγλέζων, ἥτις ὑπάρχει χριστιανὴ ὀρθόδοξος, καὶ ζητεῖ νὰ βαπτίσῃ τὸ νήπιον, ποιεῖ δὲ ἀνάδοχον τὸν κόνσολον τοῦ Φράντζα, εἰ δυνατὸν τοῦτο γενέσθαι; Διὰ τὸ ὁποῖον ἂς ἔχει ἀπόκρισιν ὅτι νὰ μὴν γένῃ ἀλλὰ ἐὰν ἔχῃ ἀνάδοχον ὀρθόδοξον ἂς γένει τὸ βάπτισμαˑ εἰδὲ μὲ ἀνάδοχον ἑτερόδοξον, ἢ παπιστήν, ἢ λούτερον, πρόσεχε νὰ μὴν τὸ στέρξῃς νὰ γίνῃˑ καὶ διὰ νὰ μὴν ἔχῃς ἀπὸ τοὺς τοιούτους τίποτα εἰς τὰ πολιτικὰ ἐνόχλησιν, μὲ εἰρηνικὸν τρόπον ἀποδιάβασέ τους, χωρὶς φιλονεικίαις, λέγωντας πῶς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἐκείνα, ὁποῦ ἐμποδίζει ἡ Ἐκκλησία μας καὶ ὄχι ἄλλο.
Ταῦτα μὲν περὶ τούτωνˑ ἡ δὲ τοῦ Θεοῦ χάρις εἴη μετὰ τῆς ἀρχιερωσύνης σου.

ᾳψα΄ [=1701], Νοεμβρίου κε΄

 

Letter of Patriarch Constantinople Kallinikos B’ to Bishop of Larisa Parthnenios