Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ἡ Αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικὰ(2014)

+

Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
καὶ ἡ Αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικὰ

Ἀπόδοση τοῦ πρωτοτύπου

Ἐπισήμου Κειμένου

στὴν ἁπλοελληνικὴ

Α’. Βασικὲς Ἐκκλησιολογικὲς Ἀρχὲς

Β’. Οἰκουμενισμός: Συγκρητιστικὴ Παναίρεση

Γ’. Σεργιανισμός: Ἀλλοίωση τῆς Κανονικότητας

Δ’. Ἡ λεγομένη ἐπίσημη Ὀρθοδοξία

Ε’.Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

Ϛ’.Ἡ Ἐπιστροφὴ στὴν Γνησία Ὀρθοδοξία

Ζ’. Πρὸς σύγκληση Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξης Ἐκκλησίας

+

Μάϊος 2014

Τὸ πρωτότυπο Ἐπίσημο Κείμενο ἔχει καταρτισθεῖ ἀπὸ τὶς

Γνήσιες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες

Ἑλλάδας – Ρουμανίας – Ρωσικῆς Διασπορᾶς


Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

καὶ[1] ἡ Αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικὰ

Ἀπόδοση τοῦ πρωτοτύπου Ἐπισήμου Κειμένου στὴν ἁπλοελληνικὴ[2]

Τὸ παρὸν Κείμενο τῆς ἀποδόσεως δὲν ὑποκαθιστᾶ σὲ καμμία περίπτωση τὸ Ἐπίσημο Κείμενο, ἀλλὰ ἀποβλέπει στὸ νὰ βοηθήσει στὴν καλύτερη κατανόηση τοῦ πρωτοτύπου καὶ νὰ συμβάλλει στὴν περισσότερο ἀκριβὴ  μετάφρασή του σὲ ἄλλες γλῶσσες ἐκτὸς τῆς ἑλληνικῆς.

Α’.Βασικὲς Ἐκκλησιολογικὲς Ἀρχὲς

Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀπὸ τὸν παρελθόντα εἰκοστὸ αἰῶνα ἀγω-νίζεται ἀνενδότως[3] καὶ ὁμολογιακῶς ἐναντίον τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ[4], καὶ ἐπίσης κατὰ τῆς Ἡμερολογιακῆς-Ἑορτολογικῆς Καινο-τομίας, ἡ ὁποία προῆλθε ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ γενικῶς ἐναντίον τοῦ Δογματικοῦ Συγκρητισμοῦ[5], ὁ ὁποῖος καλλιεργώντας σταθερὰ καὶ μεθοδευμένα, ποικιλότροπα καὶ ἀντι-ευαγγελικά, σὲ ἐπίπεδο Διαχριστιανικὸ[6] καὶ Διαθρη-σκειακό[7], τὴν σχέση, συνύπαρξη, ἀνάμειξη καὶ συνεργασία Ἀληθείας καὶ πλάνης, Φωτὸς καὶ σκότους, Ἐκκλησίας καὶ αἱρέσεως, ἀποβλέπει στὴν ἀνάδειξη μιᾶς νέας ὀντότητας, δηλαδὴ μιᾶς Κοινότητας δίχως ταυτότητα πίστεως, τοῦ λεγομένου σώματος τῶν Πιστευόντων.

* * *

Στὸν Ὁμολογιακὸ Ἀγῶνα Της αὐτόν, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐφήρ-μοσε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποδέχεται καὶ ἐφαρμόζει τὶς ἑξῆς Βασικὲς Ἀρχὲς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιολογίας[8]:

1.Τὸ κύριο κριτήριο γιὰ τὴν ἰδιότητα Μέλους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ «Ὀρθὴ καὶ Σωτήριος τῆς Πίστεως Ὁµολογία» (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής), δηλαδὴ ἡ Ἀληθής, Ἀκριβὴς καὶ Ἀκαινοτόμητη Ὀρθόδοξη Πίστη, «ἐπὶ ταύτῃ» δὲ «τῇ πέτρᾳ» (Ὀρθῇ Ὁμολογίᾳ) ὁ Κύριος ἔχει οἰκοδομήσει τὴν Ἁγία Ἐκκλησία Του[9].

2. Τὸ κριτήριο αὐτὸ ἰσχύει τόσο γιὰ µεµονωµένα πρόσωπα-πιστούς, ὅσο καὶ γιὰ ὁλόκληρες Τοπικὲς Ἐκκλησίες.

3.Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, σὲ σχέση πάντοτε μὲ τὴν Μοναδικότητα, τὴν Ἁγιότητα καὶ τὴν Ἀποστολικότητα Αὐτῆς[10], εἶναι ποιοτικὸ καὶ ἐσωτερικό[11], καὶὄχι ποσοτικὸ καὶ ἐξωτερικὸ[12]γνώρισμά Της· εἶναι ἡ θεμελιώδης ἰδιότητά Της, ἡ ὁποία ἐκφράζει ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν πληρότητα τῆς Ἀληθείας ποὺ Αὐτὴ κηρύττει, ἀνεξαρτήτως τῆς πληθυσμιακῆς καὶ γεωγραφικῆς διαστάσεώς Της, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ τὴν γνησιότητα καὶ ὁλοκληρία τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέχονται γιὰ τὴν θεραπεία καὶ θέωση τῆς πεσούσης ἀνθρωπίνης φύσεως.

4. Στὴν βάση αὐτῆς τῆς Ὀρθῆς Ὁμολογίας θεμελιώνεται ἡ Μυστηριακὴ Κοινωνία[13] τῶν Πιστῶν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ τους, ὡς ὁλοκλήρωση τῆς ὑπάρχουσας Ἑνότητας στὴν Πίστη, ὡς σκοπὸς καὶ τέλος καὶ ὄχι ὡς μέσον γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς Ἑνότητας αὐτῆς∙ δηλαδή, προηγεῖται ἡ Ἑνότητα στὴν Ὀρθὴ Ὁμολογία καὶ ἀκολουθεῖ ἡ Κοινωνία στὰ Μυστήρια.

5.Ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν Ὀρθόδοξη Ὁμολογία, προκειμένου νὰ ἀποτελοῦν ζωντανὰ Μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουν νὰ εὑρίσκονται ὁπωσδήποτε σὲ Μυστηριακὴ Κοινωνία, ἐφ᾿ ὅσον Κοινωνία Πίστεως καὶ Κοινωνία Μυστηρίων, ὅτανσυνδέονται ἄρρηκτα στὴν ζωὴ τῶν Πιστῶν, πραγματώνουν καὶ ἀναδεικνύουν τὸ Ἕνα καὶ Μοναδικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

6.Ἡ ἀσάλευτη ἐμμονὴ στὴν Ὀρθὴ Ὁμολογία, καθὼς καὶ ἡ ὑπεράσπισή Της μὲ κάθε θυσία, εἶναι θέμα ὑψίστης σωτηριολογικῆς[14] σημασίας, καὶ γι᾿ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας ὁµολόγησαν καὶ ὑπερασπίσθηκαν γενναίως, μὲ λόγο, ἔργο καὶ αἷμα, τὴν Ἁγία Ὀρθόδοξη Πίστη μας, καὶ ἔπρατταν αὐτὸ ἐκ µέρους τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν ὀνόµατι τῆς ὑπάρξεώς Της.

7.Ὅλοι ὅσοι κηρύττουν ἢ πράττουν ἀντίθετα πρὸς τὴν Ὀρθὴ Ὁμολογία, ἐπειδὴ εἶναι αἱρετικοί,χωρίζονται ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια τῆς Πίστεως καὶ ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν Κοινωνία μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία, εἴτε αὐτοὶ εἶναι μεμονωμένα πρόσωπα εἴτε Κοινότητες, ἔστω καὶ ἄν αὐτὲς συνεχίζουν νὰ λειτουργοῦν τυπικῶς-θεσμικῶς ὡς δῆθεν Ἐκκλησίες καὶ νὰ ἀποκαλοῦνται ὡς Ἐκκλησίες:

«Ὅσοι δὲν εὑρίσκονται στὴν Ἀλήθεια, αὐτοὶ δὲν ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ· καὶ τόσο περισσότερο, ὅσο ψεύδονται μεταξύ τους, καλοῦντες καὶ καλούμενοι ἱεροὶ ποιμένες καὶ ἀρχιποιμένες· διότι, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν χαρακτηρίζεται βάσει τῶν προσώπων, ἀλλὰ βάσει τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀκριβείας τῆς πίστεως» (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς).

8.Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἀλήθεια τῆς Πίστεως καὶ τὴν Κοινωνία τῶν Μυστηρίων, ἡ Ὁποία παρέχεται ἄνωθεν ἀπὸ τὸν Πατέρα, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, εἶναι βεβαίως Χριστοκεντρικὴ καὶ Εὐχαριστιακή, βιώνεται δὲ ὡς διαχρονικὴ σύνοδος καὶ συλλειτουργία ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»[15], ἐφ᾿ ὅσον ἔχει ὡς ἐγγυητή Της τὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος εἶναι – μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ – φορέας τῆς «Παραδόσεως τῆς Ἀληθείας» (Ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου).

9. Κάθε Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, μὲ τὸ νὰ εἶναι «τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος» τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἐπειδὴ εἶναι Πατέρας τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, Διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀληθείας καὶ Διάκονος τῆς Ἀγάπης ἐν Ἀληθείᾳ, εἶναι εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ, γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἐνσαρκώνει, ἐκφράζει καὶ διασφαλίζει τὴν διαχρονικὴ Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τὴν Ἑνότητά Της μὲ τὸν Χριστό, καὶ ταυτόχρονα τὴν Ἑνότητα ἐν Χριστῷ μὲ ὅλες τὶς Τοπικὲς Ἐκκλησίες, οἱ Ὁποῖες ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρξουν ὡς τὸ Ἕνα Σῶμα Χριστοῦ.

● «Τί δέ ἔστιν “ἓν σῶμα”; Οἱ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοὶ καὶ ὄντες καὶ γενόμενοι καὶ ἐσόμενοι» [«Τί εἶναι τὸ “ἕνα σῶμα”»; Οἱ πιστοὶ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἦσαν καὶ θὰ εἶναι»] (Ἱερὸς Χρυσόστομος).

10. Κάθε Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος κηρύττει αἵρεση δημoσίως καὶ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾿ Ἐκκλησίας»[16], καὶ ὁ ὁποῖος διδάσκει «ἕτερον εὐαγγέλιον παρ᾿ ὅ παρελάβομεν» ἢ εὑρίσκεται σὲ συγκρητιστικὴ κοινωνία μὲ ἀλλοδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους, καὶ μάλιστα ὅταν πράττει αὐτὸ ἐπιμόνως καὶ συνεχῶς, καθίσταται «ψευδεπίσκοπος» καὶ «ψευδοδιδάσκαλος» (ΙΕ’ Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας)· ὅσοι δὲ Ἐπίσκοποι εὑρίσκονται σὲ κοινωνία μὲ αὐτόν, ἀδιαφορώντας ἢ ἀνεχόμενοι ἢ ἀποδεχόμενοι τὸ φρόνημα καὶ τὶς πρακτικές του ἐκφράσεις, αὐτοὶ «συνόλλυνται»[17] (Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης), καὶ παύουν ἔτσι νὰ εἶναι Κανονικοὶ[18]καὶ Κοινωνικοί[19], ἐφ᾿ ὅσον ἡ Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἑνότητά Της καὶ ἡ γνησία Ἀποστολικὴ Διαδοχή, οἱ ὁποῖες ἐγγυῶνται μὲ ἀσφάλεια τὴν Κανονικότητα καὶ τὴν Κοινωνικότητα τοῦ Ἐπισκόπου, ἑδράζονται, ἀπορρέουν καὶ διασφαλίζονται ἀπὸ τὴν «Ὀρθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως Ὁμολογίαν».

Β’.Οἰκουμενισμός: Συγκρητιστικὴ Παναίρεση

1. Ὁ Οἰκουµενισµός, ὡς θεολογικὴ ἔννοια, ὡς ὀργανωµένο κοινωνικὸ κίνηµα καὶ ὡς θρησκευτικὴ πράξη, εἶναι καὶ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη αἵρεση τῶν αἰώνων καὶ τὴν περιεκτικώτερη[20] παναίρεση[21]· εἶναι αἵρεση αἱρέσεων καὶ παναίρεση παναιρέσεων· εἶναι ἡ ἀμνήστευση ὅλων τῶν αἱρέσεων, πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ Παναίρεση· εἶναι ὁ πλέον ὕπουλος ἀντίπαλος τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως καὶ ὁ περισσότερο ἐπικίνδυνος ἐχθρὸς τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἐφ᾿ ὅσον μέσα στὸ συγκρητιστικό του πλαίσιο ἀδυνατοῦν νὰ ὑπάρξουν μὲ ἀδιάσπαστη σωτηριολογικὴ ἑνότητα ἡ ἐν Χριστῷ Ἀλήθεια καὶ Ζωή.

2. Ὁ Οἰκουμενισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν προτεσταντικὸ κόσμο (ΙΘ’ αἰ. κ.ἑ.) καὶ καλλιεργεῖ τὴν σχετικοποίηση[22] τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας, Ζωῆς καὶ Σωτηρίας, καὶ (ἔτσι)ἀρνεῖται κατ᾿ οὐσίαν τὴν Καθολικότητα καὶ Μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ᾿ ὅσον στὴν βάση του εὑρίσκεται (ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν) ἡ πλανεμένη θεωρία περὶ «Ἀοράτου Ἐκκλησίας» μὲ ἀσαφῆ ὅρια, μέλη τῆς ὁποίας δῆθεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνήκουν σὲ διάφορες «Ὁμολογίες», (ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ) ἡ παραλλαγή της, δηλαδὴ ἡ λεγομένη «Θεωρία τῶν Κλάδων», κατὰ τὴν ὁποία οἱ διάφορες χριστιανικὲς «Ὁμολογίες» εἶναι δῆθεν κλάδοι τοῦ ἴδιου δένδρου τῆς Ἐκκλησίας, καὶ κάθε κλάδος κατέχει μέρος τῆς Ἀληθείας καὶ ἔτσι (ὅλοι οἱ κλάδοι μαζὶ) ἀπαρτίζουν δῆθεν τὸ ὅλον τῆς Ἐκκλησίας.

3.Παρὰ τὴν ποικιλία τῶν θεωριῶν, τὶς ὁποίες παρήγαγε ὁ Οἰκουμενισμός, ὁ βασικὸς στόχος του εἶναι ἡ καλλιέργεια μιᾶς συγκρητιστικῆς συνυπάρξεως καὶ συνεργασίας, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω μιᾶς συγχωνεύσεως ἀρχικὰ ὅλων τῶν χριστιανικῶν Κοινοτήτων (Διαχριστιανικὸς Οἰκουμενισμός), καὶστὴν συνέχεια  ὅλων τῶν θρησκειῶν (Διαθρησκειακὸς Οἰκουμενισμός), δηλαδὴ (ἡ καλλιέργεια) μιᾶς ἀντι-ευαγγελικῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν ἀνάδειξη ἑνὸς σώματος τῶν Πιστευόντων, μιᾶς τρόπον τινὰ Πανθρησκείας, ἡ ὁποία θὰ προλειάνει τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ πειρασμοῦ τῶν Ἐσχάτων, δηλαδὴ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀνόμου-Ἀντιχρίστου.

4.Ἐπειδὴ ἔχει συγκρητιστικὸ χαρακτῆρα, ὁ Οἰκουμενισμὸς συγγενεύει στενὰ μὲ τὸν Ἐλευθεροτεκτονισμὸ (Μασωνία), ὁ ὁποῖος μὲ τὸ νὰ αὐτοδιαφημίζεται ὡς ἀνεξίθρησκος, συγχρωτιστικὸς[23] καὶ ἀνεκτικὸς ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ θρησκειῶν, ἔχει ἀναδειχθεῖ στὴν πράξη σὲ Θρησκεία καὶ Ὑπερθρησκεία, ἡ ὁποία συμβάλλει ἀμέσως καὶ ἐμμέσως στὴν προώθησι τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ Ὁράματος, δηλαδὴ στὴν δημιουργία μιᾶς (ἰδεολογικῆς) βάσεως[24], ἡ ὁποία θὰ περιλαμβάνει μαζὶ ὅλα τὰ Δόγματα καὶ τὶς Θρησκεῖες, στὴν ὁποία (βάση) ἡ Ἀλήθεια ποὺ ἔχει ἀποκαλυφθεῖ θὰ ἔχει πλήρως σχετικοποιηθεῖ καὶ ἐξισωθεῖ μὲ κάθε ἀνθρώπινη καὶ δαιμονικὴ πλάνη καὶ δοξασία.

5. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἄρχισε νὰ προσβάλλει τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ[25] Ἐκκλησία στὸ τέλος τοῦ ΙΘ’ αἰῶνα, καὶ μὲ τὸ Συνοδικὸ Διάγγελμα «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τὸ ἔτος 1920, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ὁμολογουμένως τὸν «Καταστατικὸ Χάρτη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», κηρύχθηκε αὐτὸς «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», ἐφ᾿ ὅσον χαρακτηρίζει τὶς αἱρέσεις τῆς Δύσεως καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, ὡς δῆθεν «σεβάσμιες Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες», ὄχι πλέον «ὡς ξένες καὶ ἀλλότριες», ἀλλ᾿ ὡς «συγγενεῖς καὶ οἰκεῖες ἐν Χριστῷ καὶ συγκληρονόμους καὶ συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ», καὶ μάλιστα προτείνει ὡς πρῶτο μέτρο τῆς ἐφαρμογῆς του τὴν χρήση κοινοῦ ἡμερολογίου, γιὰ τὸν ταυτόχρονο συνεορτασμὸ ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων.

6. Σὲ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ οἰκουμενιστικοῦ Διαγγέλματος καὶ ὕστερα ἀπὸ τὶς ἀντικανονικὲς Ἀποφάσεις τοῦ ἀντορθοδόξου Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1923, υἱοθετήθηκε κατ᾿ οὐσίαν τὸ λεγόμενο Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο ὡς δῆθεν Διωρθωμένο Ἰουλιανό,παρὰ τὸ ὅτι μόλις ἐμφανίσθηκε στὴν Δύση (1582) κατακρίθηκε καὶ καταδικάσθηκε ὡς σοβαρὴ Παπικὴ Καινοτομία ἀπὸ τρεῖς Πανορθόδοξες Συνόδους στὴν Ἀνατολὴ (1583, 1587, 1593), τῶν Ὁποίων οἱ ἀποφάσεις ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν καὶ νὰ βαρύνουν τοὺς Καινοτόμους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σὲ σχίσμα.

7. Ἡμερολογιακὴ-Ἑορτολογικὴ Καινοτομία, ἡ ὁποία εἰσήχθη τὸ ἔτος 1924 στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, καὶ ἔπειτα σταδιακὰ καὶ σὲ ἄλλες Τοπικὲς Ἐκκλησίες, προσκρούει στὴν Καθολικότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὸν τρόπο τῆς ἐφαρμογῆς (μονομερῆ καὶ ἀντικανονικό), ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὸν σκοπό της (οἰκουμενιστικὸ-συγκρητιστικό), καὶ ἔτσι προσβάλλει μὲ ἰσχυρὸ πλῆγμα τὴν ἐξωτερικὴ ἔκφραση καὶ ἐκδήλωση τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τὸν κόσμο, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται καὶ διὰ τοῦ ἑνιαίου Ἡμερολογίου-Ἑορτολογίου.

8. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία, μὲ τὸ ὕψιστο συνοδικὸ κῦρος Της, ἔχει ἐκφράσει τὴν σταθερὴ καὶ ἀμετακίνητη βούλησή Της, νὰ ἐκδηλώνεται ἡ Ἑνότητά Της καὶ μὲ τὴν τέλεση μαζὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τῆς μεγαλύτερης τῶν Ἑορτῶν, δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πάσχα, μὲ τὸ νὰ καθορίσει ὁριστικὰ στὴν Α’ Ἁγία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ ἔτος 325 τὸ αἰώνιο Κανόνιο τοῦ Πάσχα, τὸν Πασχάλιο Κανόνα.

9. Αὐτὴ ἡ Συνοδικὴ Πράξη, ἡ Ὁποία στὴν οὐσία της εἶναι βαθύτατα ἐκκλησιολογικὴ καὶ δογματική, προϋπέθετε ὡς βάση τῶν λεγομένων Διορισμῶν τοῦ Ἁγίου Πάσχα τὴν Ἐαρινὴ Ἰσημερία, ἡ ὁποία ὡς σταθερὴ ἡμερομηνία ἐκκλησιαστικῶς θὰ ἦταν πλέον θετῶς/συμβατικῶς21ηΜαρτίου τοῦ ἐν χρήσει τότε Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖο ἔτσι καθιερώθηκε (πλέον) ὡς Ἐκκλησιαστικὸ Ἡμερολόγιο καὶ ὡς ἄξονας τοῦ ἐτησίου Ὀρθοδόξου Ἑορτολογίου· μὲβάση Αὐτό, συντελέσθηκε σταδιακὰ μέχρι καὶ τὸν ΣΤ’ αἰῶνα ἡ ἡμερολογιακὴ ἐναρμόνιση τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ Ὁποῖες εὑρίσκοντο σὲ διάφορα ἡμερολογιακὰ περιβάλλοντα.

10. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐξέφρασαν θεόπνευστα, ἀλλὰ καὶ προφητικά, τὸ ἀντι-συγκρητιστικὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ᾿ ὅσον τὸ «μὴ μετ᾿ Ἰουδαίων συνεορτάζειν», καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν τὸ νὰ μὴν ἐπιδιώκεται ὁ συνεορτασμὸς μὲ τοὺς αἱρετικούς, διασφάλιζε τὴν ἐξωτερικὴ-ὁρατὴ Ἑνότητα τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔθετε τὰ ὅρια μεταξὺ Ἀληθείας καὶ Αἱρέσεως, δηλαδὴ ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπὸ τὴν κατάκριτη Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση τοῦ 1924, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε στὸν συνεορτασμὸ μὲ τοὺς ἑτεροδόξους τοῦ παναιρετικοῦ Παπισμοῦ καὶ Προτεσταντισμοῦ, προκειμένου νὰ καταστεῖ ὁρατὴ ἡ δῆθεν ὑπάρχουσα ἀόρατη ἑνότητα αὐτῶν καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.

11. Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές[26], καὶ μάλιστα οἱ περισσότερο ἀκραῖοι ἀπὸ αὐτούς, ἐπειδὴ ἔχουν ὑποστεῖ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ διαβρωτικοῦ Συγκρητισμοῦ, φρονοῦν ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔχει δῆθεν ἀπολέσει τὴν Καθολικότητά Της, ἐξ αἰτίας θεολογικῶν καὶ πολιτισμικῶν διαμαχῶν καὶ διαιρέσεων· γι᾿ αὐτό, προτείνουν καὶ ἐπιδιώκουν τὴν δῆθεν ἀνασυγκρότησή Της, μέσῳ μιᾶς συμβατικῆς ἑνώσεως τῶν διεστώτων, ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν, ἡ ὁποία δῆθεν θὰ ἀποκαταστήσει τὴν εὐχαριστιακὴ κοινωνία, χωρὶς βεβαίως κοινὴ Ὁμολογία Πίστεως, προφανῶς σύμφωνα μὲ τὰ πρότυπα τῆς Οὐνίας· ἄλλοι, περισσότερο μετριοπαθεῖς Οἰκουμενιστές, ἀρκοῦνται στὴν συναρίθμηση τῶν ἑτεροδόξων μὲ τοὺς ὀρθοδόξους, καὶ ὁμιλοῦν «ὑπὲρ τοῦ ὅλου τῆς Ἐκκλησίας σώματος», ἐπειδὴ δῆθεν εὑρίσκονται αὐτοὶ (οἱ ἑτερόδοξοι) μέσα στὰ Ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, διότι αὐτοὶ δὲν ταυτίζουν τὰ Χαρισματικὰ καὶ τὰ Κανονικὰ Ὅρια τῆς Ἐκκλησίας[27], ὡς ὑποστηρικτὲς τῆς «Διευρυμένης Ἐκκλησίας» ἢ τῆς «Ἐκκλησίας ἐν διευρυμένῃ ἢ εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ», ἐφ᾿ ὅσον ἀνακαλύπτουνἀναγνωρίζουν τὴν ὕπαρξη «Ἐκκλησιῶν» καὶ «Θείας Χάριτος»/«Σωτηρίας» καὶ ἐκτὸς τῶν Ὁρίων τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Ἀληθινῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (ecclesiaextraecclesiam, extramuros).

12. συμμετοχὴ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» (1948 κ.ἑ.), καθὼς καὶ σὲ ἄλλους Οἰκουμενιστικοὺς Ὀργανισμούς, ἀποτελεῖ μία ἔμπρακτη ἄρνηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὡς πληρώματος[28] τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας καὶ Σωτηρίας, ἐφ᾿ ὅσον βασικὴ προϋπόθεση ὀργανικῆς συμμετοχῆς σὲ τέτοια Διομολογιακὰ Σώματα εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ ἔστω καὶ σιωπηλὴ ἄρνηση τῆς ὑπάρξεως αὐθεντικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Καθολικότητας σήμερα, καθὼς καὶ ἡ αἴσθηση τῆς ἀνάγκης ἀνα-συγκροτήσεως μιᾶς δῆθεν αὐθεντικῆς Καθολικότητας, δηλαδὴ τῆς ἀνάγκης μιᾶς δῆθεν ἐπανιδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας.

13. Στὴν βάση τῶν ἀντορθόδοξων καὶ πλήρως νεοφανῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων, εὑρίσκονται ἡ λεγομένη «Βαπτισματικὴ Θεολογία»,Δογματικὸς Συγκρητισμός,κατάργηση τῶν «Ὁρίων» τῆς Ἐκκλησίας,αἴσθηση τῆς «Οἰκουμενικῆς Ἀδελφοσύνης», ἡ θεωρία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ λεγομένη «Θεολογία τῶν Δύο Πνευμόνων», ἡ θεωρία τῆς «Μιᾶς καὶ Διῃρημένης Ἐκκλησίας», ἡ «ὑπέρβασις τῆς παλαιᾶς αἱρεσιολογίας», καθὼς καὶ ἄλλες ποικίλες κακοδοξίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν ὁδηγήσει σταδιακὰ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὲς στὴν ἄρνηση τῆς ἐκκλησιολογικῆς καὶ σωτηριολογικῆς ἀποκλειστικότητας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα στὴν συνοδικὴ ἀναγνώριση τῶν ἑτεροδόξων Κοινοτήτων καὶ τῶν μυστηρίων τους, στὴν συμπροσευχὴ μὲ αὐτοὺς καὶ ἰδίως σὲ ἐπίπεδο κορυφῆς, στὴν παροχὴ μυστηρίων σὲ αὐτούς, στὴν συνυπογραφὴ Κοινῶν Δηλώσεων καὶ Διακηρύξεων γιὰ κοινὴ δῆθεν μαρτυρία μαζί τους, ὅπως ἐπίσης καὶ στὴν αἴσθηση τοῦ χρέους τῆς συνδιακονίας τοῦ κόσμου, ἐπειδὴ δῆθεν εἶναι συνυπεύθυνοι (Ὀρθοδοξία καὶ Αἵρεση) γιὰ τὴν σωτηρία του.

14.Μὲ ὅλα αὐτά, ἔχει διαστρεβλωθεῖ πλήρως ἡ ἔννοια τῆς εὐαγγελικῆς Ἀγάπης, ἡ ὁποία ἀσκεῖται μαζὶ μὲ τὴν Ἀλήθεια καὶ διὰ μέσου τῆς Ἀληθείας· ἔχει παγιωθεῖ ἕνας βαθὺς καὶ ὁλοένα ἐμβαθυνόμενος συγκρητιστικὸς συγχρωτισμός· τηρεῖται, ἐν ὀνόματι μιᾶς νοθευμένης οἰκονομίας, μία στάση περιεκτικὴ καὶ περιχωρητικὴ[29] ἔναντι τῆς ἑτεροδοξίας· ἔχει προέλθει μία ἄμεικτη μείξη· καὶ ἔχει ἀναδυθεῖ μία πραγματικὰ ὑφισταμένη ἕνωση μεταξὺ τῶν πάσης προελεύσεως Οἰκουμενιστῶν, ἑνὸς Σώματος Πιστευόντων, ὄχι βεβαίως στὴν βάση τῆς Μοναδικῆς Ἀληθείας τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στὴν βάση ἑνὸς νεφελώδους ἀνθρωπιστικοῦ ὁράματος, χωρὶς ἱεραποστολικὴ διάσταση καὶ κλήση αὐτῶν ποὺ ἔχουν πλανηθεῖ νὰ Ἐπιστρέψουν μὲ Μετάνοια στὸν Οἶκο τοῦ Πατρός, δηλαδὴ στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

Γ’.Σεργιανισμός: Ἀλλοίωση τῆς Κανονικότητας

1. Ἕνα ἄλλο φαινόµενο καὶ κίνημα, τὸ ὁποῖο εἶναι συγγενὲς μὲ τὸν Οἰκουμενισμό, καὶ τὸ ὁποῖο ἔχει ἐπίσης ἐκκλησιολογικὴ διάσταση, εἶναι ὁ λεγόµενος Σεργιανισµός, ὁ ὁποῖος στὶς πρωτοφανεῖς περιστάσεις τοῦ διωγµοῦ τῆς Ἐκκλησίας στὴν πρώην Σοβιετικὴ Ἕνωση παρέδωσε, μέσῳ τοῦ πεπτωκότος καὶ συμβιβασθέντος Σεργίου Στραγκορόντσκυ (+1944), ἀρχικῶς μητροπολίτου καὶ μετέπειτα πατριάρχου Μόσχας, στοὺς ἀθέους καὶ θεομάχους Μπολσεβίκους ἕναν φαινοµενικὰ ἄρτιο ἐκκλησιαστικὸ ὀργανισμό, προκειμένου αὐτὸς νὰ γίνει στὰ χέρια τους ἄβουλο ὄργανο κατὰ τὴν ἀδυσώπητη πολεµική τους ἐναντίον Αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας ὡς φορέως τοῦ πληρώµατος τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

2.Σεργιανισµὸς δὲν εἶναι μόνον σοβιετικὸ φαινόµενο, διότι ἔπληξε σφοδρὰ καὶ τὶς Τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῶν χωρῶν τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, ὅπου ἐπικράτησαν, µετὰ τὸν Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο, ἀθεϊστικὰ καὶ ἀντιχριστιανικὰ κοµµουνιστικὰ Καθεστῶτα.

3. Ἡ πεμπτουσία τοῦ Σεργιανισμοῦ εἶναι ἡ υἱοθέτηση τῆς πλάνης, ὅτι ἐξαπάτηση θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ χρησιµοποιηθεῖ δῆθεν ὡς µέσον διασώσεως τῆς Ἀληθείας, καὶ ἐπίσης ὅτι ἡ συνεργασία μὲ τοὺς ἐχθροὺς καὶ διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας ἦταν δῆθεν ὁ τρόπος ἐπιβιώσεώς Της· ἀλλὰ ὅμως, στὴν πράξη συνέβη ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο: οἱ σεργιανιστὲς ἐπίσκοποι ἔγιναν ὄργανα τῶν ἀθέων Κοµµουνιστῶν, προκειμένου νὰ ἀσκοῦν ἔλεγχο στὴν Ἐκκλησία, µὲ σκοπὸ τὴν ἠθικὴ καὶ πνευµατική Της ἐξασθένηση, μέχρι τὴν τελικὴ ἀποδόμηση καὶ τὸν ἐξαφανισμό Της.

4. Σὲ ἐπίπεδο ἐκκλησιολογικό, ὁ Σεργιανισμὸς διαστρέβλωσε πλήρως τὴν ἔννοια τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιαστικῆς Κανονικότητας, ἐφ᾿ ὅσον στὰ ὅρια τοῦ σεργιανισμοῦ,Κανονικότητα ἦταν οὐσιαστικὰ ἀποκοµµένη ἀπὸ τὸ Πνεῦµα καὶ τὴν Ἀλήθεια τῆς αὐθεντικῆς Κανονικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔτσι ἔλαβε µία τυπικὴ προσαρµογὴ στὴν νοµιµότητα, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθεῖ, προκειμένου νὰ δικαιολογήσει κάθε ἀνοµία τῆς διοικούσης Ἱεραρχίας· καὶ τελικά, αὐτὴ ἡ ἐπιφανειακὴ Κανονικότητα ἔγινε µία διοικητικὴ τεχνική, γιὰ τὴν ὑπαγωγὴ τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας στὴν σεργιανιστικὴ ἱεραρχία, ἀσχέτως μὲ τὴν κατεύθυνση πρὸς τὴν ὁποία αὐτὴ ὁδηγοῦσε τοὺς πιστούς.

5. Μετὰ τὴν κατάρρευση τῶν ἀντιχριστιανικῶν Καθεστώτων, πρὸς τὰ τέλη τοῦ προηγουμένου εἰκοστοῦ αἰῶνος, ἡ βαρυτάτη ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ τοῦ Σεργιανισμοῦ, κάτω ἀπὸτὶς νέες συνθῆκες τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, διατηρήθηκε ὡς κληρονοµιὰ τοῦ παρελθόντος καὶ συγχρόνως µετασχηµατίσθηκε.

6. Ὁ ἐκκλησιομάχος Σεργιανισμός, μὲ τὸ νὰ ἔχει πρὸ πολλοῦ ἐνσωµατώσει στὸ ἐνδότερό του εἶναι[30] τὸ κοσμικὸ πνεῦμα, τὴν ἀσυνειδησία, τὴν ἐξαπάτηση καὶ τὴν παθολογικὴ δουλικότητα ἀπέναντι στοὺς ἰσχυροὺς τοῦ κόσµου τούτου, συνεχίζει νὰ προδίδει τὴν Ἐκκλησία, ὄχι πλέον ἐξ αἰτίας δῆθεν τοῦ φόβου τῶν ἀντιποίνων ἐκ μέρους τῶν ἀθέων Κρατούντων, ἀλλὰ χάριν ἰδιοτελῶν καὶ ἐγκοσμιοκρατικῶν κινήτρων καὶ ὑπὸ τὸ πέπλο τῆς δῆθεν Κανονικότητας, ἐκποιεῖ πλέον τὴν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας, µὲ ἀντάλλαγµα τὸ κέρδος τῆς φιλίας μὲ τοὺς ἰσχυροὺς αὐτοῦ τοῦ κόσµου, μαζὶ μὲ ὅλα βεβαίως τὰ συναφῆ ὑλικὰ συµφέροντα καὶ τὴν περίοπτη κοινωνικὴ θέση.

7. Σήμερα, στὴν µεταλλαγµένη αὐτὴ µορφή, ὁ ἰὸς τοῦ Σεργιανισµοῦ, ὡς νεο-Σεργιανισµὸςµετα-Σεργιανισµός, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ μὲ ἄλλες πολιτειοκρατικὲς μορφές, προσβάλλει ὣς ἕνα βαθμό, μεγάλο µέρος τῆς Ἱεραρχίας τῶν τοπικῶν ἐπισήμων ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀνὰ τὸν κόσµο, καὶ ἕτσι συμβάλλει στὴν προαγωγὴ τοῦ ἐπίσης ἐγκοσμιοκρατικοῦ καὶ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπὸ τὴν σκέπη μιᾶς ψευδοῦς (παραπλανητικῆς) Κανονικότητας.

* * *

8. Οἱ εὐσεβεῖς, Κλῆρος καὶ Λαός, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑγιᾶ Δογματικὴ καὶ Κανονικὴ Συνείδηση, ἀπένταντι σὲ φαινόμενα καὶ κινήσεις, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ σημασία, ὅπως εἶναι ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ ὁ Σεργιανισμός, ὀφείλουν νὰ τηρήσουν μία γνήσια Πατερικὴ στάση, ὅταν μάλιστα αὐτὰ ἑδραιώνονται συστηµατικὰ καὶ διαδίδονται εὐρέως, ἔστω καὶ ἄν δὲν ἐπιδιώκουν πάντοτε µία σαφῆ δογµατικὴ ἔκφραση, ἀλλ᾿ εἰσχωροῦν καὶ ἐνσπείρονται στὸ Σῶµα τῆς Ἐκκλησίας µὲ ὕπουλο καὶ διαβρωτικὸ τρόπο, δηλαδὴ υἱοθετοῦνται ἐνεργῶς ἢ ἐπιτρέπονται παθητικῶς ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἐπισκόπους µιᾶς ἢ περισσοτέρων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.

9. Στὶς περιπτώσεις αὐτές, ἡ οὐσία τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῶν ἀντι-ευαγγελικῶν, ἀντορθοδόξων καὶ ἐκφυλιστικῶν αὐτῶν φαινοµένων δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον μία προαιρετικὴ[31] στάση μέσα στὸ πλαίσιο μιᾶς δῆθεν οἰκονομίας, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται ἀμέσως ἡ παύση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας µὲ τὸν Ἐπίσκοπο καὶ τὴν Ἱεραρχία, ἡ ὁποία εἰσάγει μάλιστα συνοδικῶς τὴν αἵρεση στὴν Ἐκκλησία, εἴτε μὲ τὸ νὰ κηρύσσει αὐτήν, εἴτε μὲ τὸ νὰ συµβάλλει στὴν διάδοσή της µέσῳ τῆς σιωπῆς, τῆς παθητικότητας ἢ τῆς ἀδιαφορίας (ΙΕ’ Κανὼν τῆς Πρωτο-δευτέρας).

10.Ἀποτείχιση ἀπὸ τοὺς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι (μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ) ἔχουν ἐκπέσει, καὶ οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται πλέον ὡς «ψευδεπίσκοποι» καὶ «ψευδοδιδάσκαλοι», ἀποτελεῖ ἀναγκαιότατη ὑποχρέωση τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων ἐν καιρῷ αἱρέσεως, γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς Μοναδικότητας, τῆς Ἑνότητας καὶ τῆς Καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας· (ἐπίσης), γιὰ τὴν ὁμολογιακὴ Μαρτυρία Πίστεως, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἱεραποστολικὴ σωτήρια Κλήση Μετανοίας πρὸς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐκτρέπονται καὶ γιὰ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κοινωνία μὲ αὐτούς.

Δ’.Ἡ λεγομένη ἐπίσημη Ὀρθοδοξία

1. Τὸ νόημα τοῦ ὅρου «ἐπίσηµη Ὀρθοδοξία» ἔχει στενὰ συνδεθεῖ µὲ τοὺς ὅρους «ἐπίσηµη Ἐκκλησία» καὶ «ἐπίσηµες τοπικὲς Ἐκκλησίες».

2.Ἡ «ἐπίσηµη Ὀρθοδοξία» εἶναι τὸ ἰδιαίτερο ἐκεῖνο ἰδεολόγημα τῶν λεγομένων ἐπισήµων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖο ἀντιπροσωπεύει µία Ὀρθοδοξία ὁλοένα καὶ περισσότερο «χλιαρή»[32], ἡ ὁποία μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν Ἐκκλησιολογικῶν καὶ Κανονικῶν Καινοτομιῶν, τὶς ὁποῖες προέβλεπε τὸ προαναφερθὲν Πατριαρχικὸ Διάγγελμα τοῦ 1920, ὁδηγήθηκε στὴν σταδιακὴ ἀποξένωσή της ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία.

3. Τὸ 1924 ἔγινε τὸ πρῶτο καὶ μεγάλο βῆμα πρὸς τὴν ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς προσχεδιασμένης καὶ μεθοδευμένης ἀλλοτριώσεως ἀπὸ τὴν γνησιότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου σὲ μερικὲς Τοπικὲς Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες μὲ τὸν καιρὸ αὐξήθηκαν, ἕως τὸ σημεῖο τῆς ἀποδοχῆς σὲ κάποιες περιπτώσεις ἀκόμη καὶ τοῦ Παπικοῦ Πασχαλίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ κατάφορη παραβίαση τοῦ Ὅρου τῆς Α’ Ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

4. «Ἐπίσηµη Ἐκκλησία» εἶναι τὸ ὄνοµα, τὸ ὁποῖο προσέδωσαν οἱ Ρῶσοι πιστοὶ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακοµβῶν στὴν κρατικὴ Ἐκκλησία, δηλαδὴ τὴν ἀναγνωρισμένη καὶ ἐντελῶς ἐξαρτημένη ἀπὸ τὸ ἄθεο Σοβιετικὸ Καθεστώς, ἡ ὁποία καὶ ἐξελίχθηκε στὸ γνωστὸ σεργιανιστικὸ καὶ οἰκουμενιστικὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας.

5. Σήμερα, οἱ ὅροι «ἐπίσηµη Ἐκκλησία» καὶ «ἐπίσηµες τοπικὲς Ἐκκλησίες», ἀναφέρονται στὶς γνωστὲς ἱστορικῶς διαµορφωµένες Τοπικὲς Ἐκκλησίες, ἡ ἱεραρχικὴ Ἡγεσία τῶν ὁποίων ἀποδέχεται ἐπισήμως καὶ μετέχει συνοδικῶς στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, τὴν προωθεῖ, ἐπιτρέπει ἢ τὴν ἀνέχεται ὡς θεολογικὴ ἔννοια καὶ ὡς θρησκευτικὴ πράξη, καλύπτεται ἀπὸ τὸ πέπλο τῆς δῆθεν Κανονικότητας, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ Σεργιανισµός, καὶ υἱοθετεῖ -ἀμέσως ἢ ἐμμέσως- καὶ πολλὲς ἄλλες µορφὲς τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία (βλ. διαβρωτικὰ φαινόμενα, ὅπως τὴν νόθευση τῶν Μυστηρίων καὶ μάλιστα τοῦ τύπου τοῦ Βαπτίσματος, λειτουργικὲς μεταρρυθμίσεις μὲ τὸ πρόσχημα τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως», τὴν πρόσφατη «μεταπατερικὴ θεολογία», τὴν ἐπισήμως -καὶ μάλιστα στὶς πανεπιστημιακὲς θεολογικὲς Σχολὲς- ἐπιτελούμενη βαθειὰ διείσδυση τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὴν ἀπώλεια τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων γιὰ τὴν Διακήρυξη Ἁγίων, ποικίλες μορφὲς ἐκκοσμικεύσεως καὶ ἀλλοιώσεως τοῦ αὐθεντικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἤθους, τὴν υἱοθέτηση μιᾶς ἀντιπατερικῆς ἑρμηνείας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας κλπ.).

6. Ὅλες αὐτὲς οἱ λεγόμενες ἐπίσημες Ἐκκλησίες ἔχουν πλέον προσχωρήσει ἀποφασιστικά, σταθερὰ καὶ ἀμετανόητα στὴν διαδικασία τῆς συγκρητιστικῆς Ἀποστασίας, σεργιανιστικοῦ καὶ οἰκουμενιστικοῦ τύπου, µία ἀντιεκκλησιαστικὴ καὶ ἀντικανονικὴ διαδικασία, ἡ ὁποία ἔχει προωθηθεῖ ἢ ἐπιτραπεῖ συνοδικῶς ἀπὸ τὶς Ἱεραρχίες αὐτῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀδυνατεῖ νὰ ἔχει ὁποιαδήποτε προσευχητική, μυστηριακὴ καὶ διοικητικὴ κοινωνία, ἐπειδὴ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὶς Ἐκκλησιολογικές Ἀρχές Της σχετικὰ μὲ τοὺς «ψευδεπισκόπους» καὶ «ψευδοδιδασκάλους».

Ε’. Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

1.Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περιλαμβάνει στοὺς κόλπους Της καὶ συνενώνει ἐν τῷ Πατρί, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τὴν μεγάλη ἐκείνη μερίδα τοῦ εὐσεβοῦς Κλήρου καὶ Λαοῦ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀντέδρασε σθεναρῶς στὴν διακήρυξη τῆς ἐκκλησιοκτόνου αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὶς ἄμεσες πρακτικὲς ἐφαρμογές του, καθὼς καὶ τοῦ ἐκκλησιομάχου Σεργιανισμοῦ, καὶ διέκοψε κάθε κοινωνία μὲ τοὺς Καινοτόμους Οἰκουμενιστές, ἐπίσης καὶ μὲ τοὺς Σεργιανιστές.

2. Οἱ πιστοὶ τηρητὲς τῆς Παρακαταθήκης τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου Τύχωνος (+1925) στὴν Ρωσία δὲν ἀναγνώρισαν τὴν καθεστωτικὴ Ἐκκλησία καὶ τὸν Σεργιανισμὸ (1927 ἑ.), καὶ προτίμησαν ἕνα μέρος ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ὑποστεῖ διωγμοὺς καὶ νὰ καταφύγει στὶς Κατακόμβες, καὶ ἔτσι ἀνέδειξε Μάρτυρες καὶ Ὁμολογητὲς τῆς Πίστεως, καὶ ἄλλο μέρος ἀπὸ αὐτοὺς ἐξῆλθε ἀπὸ τὴν Ρωσία, καὶ συγκροτήθηκε ἐκκλησιαστικῶς-διοικητικῶς στὴν Διασπορά, καὶ ἀνέδειξε ἐπίσης λαμπρὲς Ὁμολογιακὲς καὶ Ἅγιες Μορφές, μέ παγκόσμια μάλιστα φήμη καὶ περιωπή.

3. Στὴν Ἑλλάδα, τὴν Ρουμανία, τὴν Κύπρο, τὴν Βουλγαρία καὶ σὲ ἄλλα μέρη, συμπαγεῖς πληθυσμοὶ ἀπέρριψαν τὴν Ἡμερολογιακὴ-Ἑορτολογικὴ Καινοτομία τοῦ 1924 καὶ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ προτίμησαν ἐπίσης τὶς διώξεις καὶ ἀνέδειξαν Μάρτυρες καὶ Ὁμολογητὲς τῆς Πίστεως, προκειμένου νὰ φανοῦν συνεπεῖς στὶς ἱερὲς Παραδόσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας· καὶ ὁ Κύριός μας ἐνθάρρυνε καὶ ἐπιβράβευε τὸν κατὰ Θεὸν ζῆλον τῶν γνησίων τέκνων Του, μέσῳ ἐντυπωσιακῶν καὶ θαυμαστῶν Θεοσημειῶν, ὅπως τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ στὴν Ἀθήνα (14.9.1925).

4. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς Καινοτομίας τοῦ 1924 στὴν Ἑλλάδα, (οἱ πιστοὶ) ποὺ ἔμειναν σταθεροὶ στὶς Πατρῶες Παραδόσεις, ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν ὀνομασία «Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί», καὶ τὸ ἴδιο ἔπραξαν καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῶν Κατακομβῶν τῆς Ρωσίας, οἱ λεγόμενοι Τυχωνῖτες[33].

5. Κατὰ τόπους ὅμως καὶ κατὰ διαστήματα ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ καὶ ἄλλες ποικίλες ὀνομασίες γιὰ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριψαν μὲν τὴν Καινοτομία τοῦ 1924 καὶ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ εὑρίσκοντο πάντοτε μέσα στὰ ὅρια τοῦ γνησίου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καὶ εὐαγγελικοῦ ἤθους, καθὼς ἐπίσης καὶ τῆς νόμιμης καὶ κανονικῆς τάξεως[34], καὶ εἶχανγνήσια καὶ ἀδιάκοπη Ἀποστολικὴ Διαδοχή, οἱ ὁποῖοι βεβαίως συγκροτοῦν στὸ σύνολό τους τὴν Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ Ὁποία ἀποτελεῖ, μετὰ τὴν συνεχῶς καὶ μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση τῶν Οἰκουμενιστῶν ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς Ἀληθείας, τὴν αὐθεντικὴ συνέχεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας στὴν σύγχρονη ἐποχή μας.

6. Ἡ δογματικῶς ἀναγκαία Ἐπισκοπικὴ Δομή, γιὰ τὴν συγκρότηση καὶ συνέ-χεια τῶν κατὰ τόπους Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐξασφαλίσθηκε, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, εἴτε μὲ τὴν προσχώρηση ἀπὸ τὴν Καινοτομία Ἀρχιερέων σὲ Αὐτές, κατόπιν βεβαίως Ὀρθόδοξης Ὁμολογίας, εἴτε μὲ τὴν χειροτονία Ἐπισκόπων ἀπὸ Γνήσια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ στὴν Διασπορά, ἡ ὁποία εἶχε ἀναμφισβήτητη Ἀποστολικὴ Διαδοχή· ἑπομένως, ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ καὶ ἡ Κανονικότητα τῆς Γνησίας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ἀποδεδειγμένη καὶ βεβαιωμένη, ἀπρόσβλητη καὶ ἀναντίρρητη, καὶ ἔχει ἐπικυρωθεῖ μὲ θεῖα σημεῖα.

Ϛ’. Ἡ Ἐπιστροφὴ στὴν Γνησία Ὀρθοδοξία

1. Οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας ἐφήρμοσαν κατὰ καιρούς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Ἀκριβείας, καὶ τὴν λεγομένη ἀρχὴ τῆς Οἰκονομίας, γιὰ τὴν ἀποδοχὴ[35] τῶν μετανοούντων αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν· (ὡς ἀρχὴ τῆς Οἰκονομίας νοεῖται) ἡ Κανονική καὶ Ποιμαντικὴ[36] πράξη, κατὰ τὴν ὁποία εἶναι δυνατὸ νὰ γίνεται πρόσκαιρη ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ γράμμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, δίχως νὰ παραβιάζεται τὸ πνεῦμα Τους.

2. Ὅμως, ἡ Οἰκονοµία δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως ποτὲ καὶ σὲ καμμία περίπτωση νὰ ἐπιτρέψει τὴν ἀμνήστευση ὁποιασδήποτε ἁµαρτίας ἢ ὁποιουδήποτε συµβιβασµοῦ σχετικὰ µὲ τὴν «Ὀρθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως Ὁμολογίαν»[37], ἐφ᾿ ὅσον ἡ Οἰκονοµία ἀποβλέπει καθαρὰ καὶ μοναδικά, μὲ πνεῦμα φιλάνθρωπης συγκατάβασης, στὴν διευκόλυνση τῆς σωτηρίας ψυχῶν, «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν».

3. Ἡ ἐφαρµογὴ τῆς Οἰκονοµίας, ὅταν γίνονται δεκτοὶ οἱαἱρετικοὶ καὶ σχισµατικοὶ σὲ Κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία, δὲν σηµαίνει οὔτε στὸ ἐλάχιστο ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἐγκυρότητα καὶ τὸ ὑπαρκτὸ τῶν μυστηρίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν τελεσθεῖ ἔξω ἀπὸ τὰ Κανονικὰ καὶ Χαρισματικὰ Ὅριά[38] Της.

4. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποτὲ δὲν ἀναγνώρισε ἀπολύτως καὶ ἐξ ἀποστάσεως[39], οὔτε κατ᾿ Ἀκρίβειαν, οὔτε κατ᾿ Οἰκονομίαν, τὰ μυστήρια τὰ ὁποῖα τελοῦνται ἐκτὸς Αὐτῆς, ἐφ᾿ ὅσον δηλαδὴ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τελοῦν ἢ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μετέχουν στὰ μυστήρια αὐτὰ παραμένουν στοὺς κόλπους τῆς ἰδιαίτερης αἱρετικῆς ἢ σχισματικῆς Κοινότητάς τους.

5. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς Οἰκονομίας ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ὅταν δέχεται μεμονωμένα πρόσωπα ἢ Κοινότητες, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς Αὐτῆς, ἀλλὰ ἔχουν πνεῦμα μετανοίας[40], ἀποδέχεται[41] μόνο τὸν (ἐξωτερικὸ) τύπο τοῦ μυστηρίου, τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ αἱρετικοὺς ἢ σχισματικούς, ἐὰν βεβαίως αὐτὸς ἔχει τηρηθεῖ ἀνόθευτος, εἰδικὰ μάλιστα σὲ σχέση μὲ τὸ βάπτισμα, καὶ ζωοποιεῖ τὸν τύπο αὐτὸ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ Ὁποία ἐνυπάρχει σὲ Αὐτήν, μέσῳ τῶν φορέων τῆς πληρότητας τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας Αὐτῆς, δηλαδὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.

6. Εἰδικώτερα, γιὰ τὰ Μυστήρια τὰ ὁποῖα τελοῦνται στὶς λεγόμενες ἐπίσημες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἂν καὶ ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἐπαναλαμβάνει σὲ κάθε περίπτωση τὸν ἐξωτερικὸ τύπο (τῶν μυστηρίων) σὲ ὅσους εἰσέρχονται μὲ πνεῦμα μετανοίας σὲ κοινωνία μὲ Αὐτήν, δὲν διαβεβαιώνει[42] γιὰ τὸ κῦρος αὐτῶν (τῶν μυστηρίων), οὔτε καὶ γιὰ τὴν σωτηριολογική τους ἀποτελεσματικότητα, ἰδιαίτερα σὲ ὅσους εὑρίσκονται «ἐν γνώσει»[43] σὲ κοινωνία μὲ τὸν συγκρητιστικὸ Οἰκουμενισμό, ὅπως καὶ μὲ τὸν Σεργιανισμό, ἔχοντας μάλιστα ὑπ᾿ ὄψιν τὴν προοπτικὴ τῆς συγκλήσεως μιᾶς Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, ἡ Ὁποία θὰ ἐπισφραγίσει ὅσα ἤδη ἔχουν γίνει σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο[44].

7. Εἶναι βέβαιο πάντως ὅτι, ὅταν πλήττεται ἡ καθαρότητα τοῦ Δόγματος τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἑπομένως ἐξασθενεῖ ὁ ἀρραγὴς σύνδεσμος Ὁμολογίας-Καθολικότητος-Κοινωνίαςἢ ἀκόμη καὶ διασπᾶται ἐντελῶς, τότε οἱ μυστηριολογικὲς καὶ σωτηριολογικὲς συνέπειες εἶναι σοβαρώτατες καὶ βαρύτατες, οἱ ὁποῖες καὶ προβλέπονται σαφῶς ἀπὸ τὴν Ἀποστολική, Πατερικὴ καὶ Συνοδικὴ Παράδοση[45].

8.Λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψιν, ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος, ἄν καὶ τάσσεται ὑπὲρ τῆς Ἀκριβείας, ἀποδέχεται ὅμως καὶ τὴν χρήση τῆς Οἰκονομίας στὴν ἀντιμετώπιση μερικῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν (Ἱερὸς Κανὼν Α’), εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναφέρουμε, ὅτι ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει καθιερώσει καὶ συνοδικῶς τὴν χρήση καὶ τῆς Οἰκονομίας «εἰς τοὺς προστιθεμένους τῇ Ὀρθοδοξίᾳ καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων», ὅπως φαίνεται μάλιστα στὸν περίφημο 95ο Κανόνα τῆς Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου γίνονται δεκτοὶ μὲ ποικίλους τρόπους διάφοροι σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοί, εἴτε μόνον διὰ Μετανοίας, Λιβέλλου καὶ Ὁμολογίας, ὅπως οἱ καταδικασμένοι πρὸ αἰώνων Νεστοριανοὶ καὶ Μονοφυσῖτες, εἴτε διὰ Χρίσματος, εἴτε διὰ Βαπτίσματος.

9. Ἐν γνώσει ὅλων τῶν προηγουμένων, καθὼς ἐπίσης καὶ τῶν ἰδιαιτέρων καταστάσεων σὲ κάθε Τοπικὴ Ἐκκλησία, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει µὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ ὅσους Κληρικοὺς καὶ Λαϊκοὺς ἀπὸ τὶς λεγόμενες ἐπίσημες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἐπιθυµοῦν νὰ εἰσέλθουν σὲ κοινωνία μὲ Αὐτήν, καὶ φροντίζει -ὅταν Αὐτὴ ἀσκεῖ τὴν ποιµαντικὴ πρόνοια γι᾿ αὐτοὺς- γιὰ τὸ πολὺ οὐσιαστικό, δηλαδὴ νὰ προβοῦν αὐτοὶ στὴν ἐπιλογή τους ἐλεύθερα, συνειδητὰ καὶ ὑπεύθυνα.

10. Κατὰ γενικὸ κανόνα, οἱ μὲν Μοναχοὶ καὶ οἱ Λαϊκοὶ ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔχουν βαπτισθεῖ κατὰ τὸν ὀρθόδοξο τύπο[46], γίνονται δεκτοὶ σὲ Κοινωνία διὰ Χρίσματος, μέσῳ μιᾶς εἰδικῆς Τάξεως, ἡ ὁποία συνδέεται πάντοτε μὲ τὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξοµολογήσεως· οἱ δὲ Κληρικοὶ ὑποβάλλουν γραπτὴ αἴτηση καὶ ἐφ᾿ ὅσον αὐτὴ ἐγκριθεῖ, γίνονται δεκτοὶ σὲ Κοινωνία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο (ποὺ προαναφέρθηκε), καὶ ἐπὶ πλέον μὲ µία εἰδικὴ Τάξη Χειροθεσίας, ἡ ὁποία ἔχει συνταχθεῖ εἰδικὰ γιὰ τὶς περιπτώσεις αὐτές.

11. Εἶναι κατανοητό, ὅτι ἀναλόγως τῶν κατὰ τόπους καὶ κατὰ περίπτωση ἰδιομορφιῶν, γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ ἐπιεικέστερης ἢ αὐστηρότερης Τάξεως, ἀποφαίνεται ὁ ἐπιχώριος Ἐπίσκοπος, βασιζόμενος σὲ κριτήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὁρισθεῖ συνοδικῶς, ἢ ἡ ἁρμοδία Σύνοδος, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ Καρχηδόνος:

«Εἰς τὸ θέµα τοῦτο οὐδένα ἐξαναγκάζοµεν οὐδὲ ἐπιβάλλοµεν νόµον, ἐφ᾿ ὅσον ἕκαστος Ἱεράρχης ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τῆς βουλήσεως εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἔχῃ δὲ νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου».

12. Μία Μείζων[47] Γενικὴ Σύνοδος, μὲ πανορθόδοξο κῦρος, θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ θεσπίσει τὰ γενικὰ κριτήρια καὶ τὶς προϋποθέσεις, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἀσκεῖται ἡ πρακτικὴ τῆς εἰσδοχῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέφουν (μὲ πνεῦμα μετανοίας) ἀπὸ διάφορες νεοφανεῖς σχισματικὲς καὶ αἱρετικὲς Κοινότητες στὴν Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ζ’.Πρὸς σύγκληση Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας

1. Στὸν προηγούμενο εἰκοστὸ αἰῶνα, γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς προέβησαν σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο, ὅταν τοῦτο ἦταν δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθεῖ, σὲ συνοδικὲς καταδίκες τόσο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅσο καὶ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ (Μασωνίας).

2. Ἐνδεικτικῶς, ἀναφέρονται οἱ καταδίκες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς τὸ ἔτος 1983, καθὼς ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος τὸ ἔτος 1998· ἐπίσης, ἡ καταδίκη τοῦ Σεργιανισμοῦἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν τῆς Ρωσίας, καθὼς ἐπίσης ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς σὲ διαφόρους καιρούς, καὶ τέλος ἡ καταδίκη τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ (Μασωνίας) ἀπό τὴν Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος τὸ ἔτος 1988[48].

3. Οἱ Συνοδικὲς αὐτὲς κατακρίσεις[49], ἰδίως μάλιστα τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀποτελοῦν σημαντικοὺς σταθμοὺς πρὸς τὴν ὀρθὴ κατεύθυνση, γιὰ τὴν σύγκληση μιᾶς Γενικῆς ΣυνόδουΓνησίων Ὀρθοδόξων, ἡ Ὁποία θὰ ἀποφανθεῖ μὲ αὐξημένο κῦρος περὶ τῆς Ἡμερολογιακῆς-Ἑορτολογικῆς Καινοτομίας καὶ τοῦ ἀντι-ευαγγελικοῦ καὶ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

4. Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀναγκαῖο σήμερα εἶναι ἡ ἕνωση σὲ ἕνα κοινὸ Σῶμα ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Γνησίας Όρθοδοξίας, στὴν βάση τῆς κοινῆς καὶ Ὀρθῆς Ὁμολογίας τῆς Πίστεως, προκειμένου νὰ δηµιουργηθοῦν οἱ προϋποθέσεις γιὰ συγκρότηση καὶ σύγκληση Μείζονος Γενικῆς Συνόδου Αὐτῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, μὲ πανορθόδοξη ἐμβέλεια καὶ κῦρος, γιὰ τὴν δραστικὴ ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουµενισµοῦ, καθὼς καὶ τοῦ ποικιλόμορφου Συγκρητισμοῦ, (ἀλλὰ) καὶ ἐπίσης γιὰ τὴν ἐπίλυση ποικίλων προβλημάτων καὶ ζητημάτων πρακτικῆς καὶ ποιμαντικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὲς (τὶς αἱρέσεις) καὶ ἀπασχολοῦν τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας γενικά, ἀλλὰ καὶ τοὺς πιστοὺς εἰδικά, ὥστε νὰ διασφαλισθεῖ ὁ σύνδεσμος τῆς ἐν Χριστῷ Εἰρήνης καὶ Ἀγάπης.

5.Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη γίνεται κατανοητὴ ἀπὸ τὸ ὅτι, ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι τὸ πραγματικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀπὸ τὴν φύση Της Καθολική, δηλαδὴ ἔχει τὴν πληρότητα τῆς Ἀληθείας, τῆς Χάριτος καὶ τῆς Σωτηρίας, καὶ ἀποφαίνεται Συνοδικῶς μέσῳ τῶν Ἐπισκόπων Της σχετικὰ μὲ τὶς ἐτεροδιδασκαλίες καὶ τὸ παγκόσμιο σκάνδαλο ἀπὸ αὐτές· γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκει ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὴν διατύπωση τῶν Ἀληθειῶν τῆς Πίστεως, γιὰ τὴν ὁριοθέτηση Ἀληθείας καὶ ψεύδους, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ τὴν στηλίτευση καὶ καταδίκη τῆς πλάνης καὶ τῆς φθορᾶς ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ τοὺς αἱρετικούς, γιὰ τὴν προστασία τοῦ Ποιμνίου, διαπιστώνοντας (ἔτσι) καὶ διακηρύττοντας τὴν ἤδη ὑφισταμένη ἔκπτωση τῶν αἱρετικῶν[50].

6.Ἔτσι, σὲ Σύνοδο Μεγάλη καὶ Γενικὴ τῆς Γνησίας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ διακηρυχθεῖ σὲ ὅλη τὴν κτίση (τὴν οἰκουμένη), ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἡ Μοναδικὴ Ἐλπίδα, ἡ Ὁποία ὑπάρχει μέσα στὴν Γνησία Ἐκκλησία, ὡς μόνη διέξοδος ἀπὸ ὅλα τὰ ἀδιέξοδα «διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν», ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ἡ πλήρης καὶ ὁριστικὴ ἀντίθεση, ἐπειδὴ ἀλληλο-αποκλείονται, Ὀρθοδοξίας καὶ Συγκρη-τισμοῦ, οἰκουμενιστικῆς καὶ σεργιανιστικῆς κατευθύνσεως, πρὸς δόξαν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεομήτορος, τῶν Ἀποστόλων, καὶ τῶν Πατέρων.

7. Εἴθε σύντομα νὰ ἀξιωθοῦμε, ἀκολουθώντας τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ τὶς Ἅγιες Συνόδους, καὶ διαφυλάσσοντας ἀκαινοτόμητη τὴν «ἅπαξ Παραδοθεῖσαν Πίστιν»[51] σὲ ἐμᾶς, νὰ διακηρύξουμε μαζὶ μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Πανορθόδοξης Συνόδου τοῦ 1848:

«Κρατῶμεν τῆς Ὁμολογίας[52], τὴν ὁποία παραλάβαμε ἀνόθευτη[53]…, ἀπο-στρεφόμενοι κάθε νεωτερισμὸ ὡς συμβουλὴ (ὑπόδειξη)[54] τοῦ διαβόλου· ὅποιος δέχεται νεωτερισμό, διαψεύδει[55] τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη ποὺ ἔχει κηρυχθεῖ, ὡς ἐλλιπῆ. Ὅμως, Αὐτὴ (ἡ Πίστη), ἐπειδὴ εἶναι πλήρης, ἔχει σφραγισθεῖ, καὶ δὲν ἐπιδέχεται οὔτε μείωση οὔτε αὔξηση οὔτε τὴν ὁποιαδήποτε ἀλλοίωση, καὶ αὐτὸς ποὺ θὰ τολμήσει νὰ πράξει ἤ νὰ συμβουλεύσει ἤ νὰ διανοηθεῖ κάτι τέτοιο, ἤδη ἀρνήθηκε τὴν Πίστη τοῦ Χριστοῦ».

+

Ἀρχῆς Χορηγῷ καὶ Τέλους,

τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι,

τῇ μιᾷ τῶν Πάντων Θεότητι,

ἔστω Δόξα· ἔστω Κράτος· ἔστω Τιμή·

νῦν καὶ ἀεί,

καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν!


[1]     Στὸ πρωτότυπο «ἔναντι τῆς Αἱρέσεως».

[2]     «Ἁπλοελληνική»· μορφὴ ἁπλουστευμένης καθαρεύουσας μὲ βάση τὴν δημοτιμὴ γλῶσσα, μικτὴ ἢ ἀνάμικτη. • Προτιμᾶται τὸ ἰδίωμα αὐτό, διότι ἀποφεύγονται τὰ ἄκρα καὶ διατηρεῖται ἡ σχέση μὲ τὸ πρωτότυπο Ἐπίσημο Κείμενο.

[3]     Στὸ πρωτότυπο «στερρῶς»· σταθερῶς, ἐπιμόνως, ἀνενδότως.

[4]     «Οἰκουμενισμός»· οἱ ὅροι «Οἰκουμενισμὸς» καὶ «Οἰκουμενικὴ Κίνηση» παράγονται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη «Οἰκουμένη» (οὐσιαστικοποιημένη μετοχὴ) μὲ βάση τὶς λέξεις «οἶκος», «οἰκῶ» (μετοχὴ ἑνεστῶτος: οἰκούμενος, οἰκουμένη, οἰκούμενον). • Ἡ λέξη «οἰκουμενικός, -ή, -ὸν» ἔχει εἰσαχθεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Πατέρων μὲ ὀρθόδοξο περιεχόμενο (Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, Οἰκουμενικὸς Πατήρ, Οἰκουμενικὸ Σύμβολο κ.ἄ.). • Στὸν Κ΄ αἰῶνα ἐμφανίζονται οἱ τεχνικοὶ ὅροι «Οἰκουμενισμὸς» καὶ «Οἰκουμενικὴ Κίνηση», χωρὶς ὅμως ὀρθόδοξο περιεχόμενο, ἐφ᾿ ὅσον συνδέονται μὲ τὴν προσπάθεια γιὰ ἕνωση τῶν διηρημένων Χριστιανῶν ὅλης τῆς Οἰκουμένης (ὑφηλίου, κόσμου), σὲ μία βάση λανθασμένη-αἱρετικὴ ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἐκκλησιολογία.

[5]     «Συγκρητισμός»· ἀπὸ τὸ ρῆμα «συγκρητίζω» (συν-κρητίζω, Κρὴς-Κρητικός). Οἱ ἀρχαῖοι Κρητικοί, ἄν καὶ εἶχαν διαφορὲς μεταξύ τους, συνασπίζονταν ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ στὸν πόλεμο. • Ὁ ὅρος «Συγκρητισμὸς» δηλώνει τὴν ἀνάμιξη στοιχείων διαφορετικῆς προελεύσεως (θρησκειῶν, τύπων λατρείας, ἰδεολογιῶν, δογμάτων, Ὁμολογιῶν κ.ἄ.), προκειμένου νὰ προκύψει κάτι νέο χωρὶς πραγματικὴ καὶ οὐσιαστικὴ ἕνωση.

[6]     «Διαχριστιανικός»· αὐτὸς ποὺ ἀναφέρεται σὲ περισσότερες ἀπὸ μία Χριστιανικὲς Ὁμολογίες, οἱ ὁποῖες εὑρίσκονται σὲ Συγκρητιστικὸ Διάλογο γιὰ τὴν ἕνωσή τους.

[7]     «Διαθρησκειακός»· αὐτὸς ποὺ ἀναφέρεται σὲ περισσότερες ἀπὸ μία Θρησκεῖες, οἱ ὁποῖες εὑρίσκονται σὲ Συγκρητιστικὸ Διάλογο γιὰ τὴν ἕνωσή τους.

[8]     «Ἐκκλησιολογία»· ὁ κλάδος τῆς Δογματικῆς Θεολογίας, ὁ ὁποῖος ἐξετάζει τὰ σχετικὰ μὲ τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ.

[9]     Πρβλ. Ματθ. ιστ΄ 18.

[10]    Ἡ ἀναφορὰ στὴν Καθολικότητα, τὴν Μοναδικότητα, τὴν Ἁγιότητα καὶ τὴν Ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ὡς βάση τὸ σχετικὸ ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Αὐτὲς εἶναι οἱ κύριες ἰδιότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

[11]    «Ἐσωτερικό»· γνώρισμα, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ τὴν φύση-οὐσία, τὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν σχέση Της μὲ τὸν Χριστό, διὰ τοῦ Πατρός, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.

[12]  «Ποιοτικὸ καὶ ἐσωτερικό, καὶ ὄχι ποσοτικὸ καὶ ἐξωτερικὸ γνώρισμα»·οἱ ἀντιθέσεις: «ποιοτικὸ -ποσοτικὸ» καὶ «ἐσωτερικὸ – ἐξωτερικὸ» ἀποσκοποῦν στὸ νὰ τονίσουν τὴν ποιοτικὴ διάσταση τῆς Καθολικότητας, διότι στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἡ Ἀληθινὴ καὶ Μοναδικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὁμολογεῖται ὡς Καθολική, κυρίως διότι κατέχει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀποκεκαλυμένη Ἀλήθεια καὶ τὰ μέσα τῆς Σωτηρίας (διάσταση ποιοτικὴ-ἐσωτερική), καὶ ἑπομένως στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ ἔννοια τῆς Καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας ταυτίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας (Ὀρθῆς Δόξας-Δοξασίας-Φρονήματος-Πίστεως).

[13]    «Μυστηριακὴ Κοινωνία»· ἡ διὰ μέσου τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας κοινωνία τῶν Πιστῶν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ τους.

[14]    «Σωτηριολογία»· ὁ κλάδος τῆς Δογματικῆς Θεολογίας, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται μὲ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστό. • «Σωτηριολογική»· ποὺ ἀφορᾶ τὴν Σωτηριολογία, τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

[15]   «Διαχρονικὴ σύνοδος καὶ συλλειτουργία ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις»· ἔχει ἐπισημανθεῖ πολὺ εὔστοχα, ὅτι «ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία παρουσία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων· σὲ κάθε Θεία Λειτουργία ἔρχεται ὁ Χριστὸς ἀνάμεσά μας καὶ μαζί Του “παρευρίσκεται ἀχώριστα ἡ συνάθροιση τῶν Ἁγίων”»· «ἡ παρουσία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δίδει στὴν Εὐχαριστιακὴ Σύναξη τῆς Ἐκκλησίας τὶς ἀληθινές Της διαστάσεις: πρόκειται γιὰ μία Εὐχαριστιακὴ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία ἱερουργεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία· ὁλόκληρη ἡ δημιουργία, ὁ ὁρατὸς καὶ ἀόρατος κόσμος συλλειτουργεῖ τὴν Εὐχαριστιακὴ Προσφορὰ καὶ συνδοξολογεῖ τὸν Τριαδικὸν Θεό»· «ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία Εὐχαριστιακὴ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος»· «κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία εἶναι παρὼν ὁ Χριστὸς ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας Του· μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἡ Κυρία Θεοτόκος, οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι, οἱ Ἅγιοι Πάντες, οἱ κεκοιμημένοι καὶ οἱ ζῶντες Ἀδελφοί μας, οἱ μακρὰν καὶ οἱ ἐγγύς» (Ἱερομονάχου Γρηγορίου, Ἡ Θεία Εὐχαριστία καὶ ἡ Θεία Κοινωνία, ἔκδ. «Δόμος», σελ. 133 κ.ἑ., Ἀθήνα 2001).

[16]    «Γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾿ Ἐκκλησίας» (φράση ἀπὸ τὸν ΙΕ’ Ἱερὸ Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Ἱερᾶς Συνόδου)· παρρησίᾳ, μὲ παρρησία, ἀπροκάλυπτα, ἐλευθέρως, εὐθαρσῶς.

[17]    «Συνόλλυνται»· ἀπὸ τὸ ρῆμα συνόλλυμαι: καταστρέφομαι-ἐξαφανίζομαι-χάνομαι μαζὶ μὲ κάποιον.

[18]    «Κανονικοί»· ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι καὶ καλεῖται «Κανονικός», ὅταν ἡ χειροτονία του, ἡ ποιμαντικὴ καὶ συνοδική του δραστηριότητα, ἀλλὰ καὶ τὸ φρόνημά του εἶναι σύμφωνα μὲ τὰ Δόγματα καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τότε γίνεται λόγος γιὰ τὴν «Κανονικότητα» τοῦ Ἐπισκόπου.

[19]    «Κοινωνικοί»· ἕνας Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶναι «Κανονικός», εἶναι καὶ «Κοινωνικός», δηλαδὴ εἶναι σὲ κοινωνία Πίστεως καὶ Μυστηρίων μὲ τὸν Ὀρθόδοξο Κλῆρο καὶ Λαό. Τότε γίνεται λόγος γιὰ τὴν «Κοινωνικότητα» τοῦ Ἐπισκόπου.

[20]   «Περιεκτικώτερη»· μία αἵρεση ὀνομάζεται «περιεκτικὴ-περιεκτικώτερη», ὅταν περιλαμβάνει-περιέχει πλῆθος ἄλλων αἱρέσεων. • Ὁ Ἀγγλικανισμὸς χαρακτηρίζεται γιὰ τὴν «περιεκτικότητά» του («comprehensiveness»), διότι στοὺς κόλπους του συγκλίνουν καὶ συνυπάρχουν ποικίλες ὁμολογιακὲς-δογματικὲς τάσεις.

[21]    «Παναίρεση»· αἵρεση, ἡ ὁποία περιλαμβάνει ὅλες τὶς αἱρέσεις, παν-αίρεση.

[22]    «Σχετικοποίηση»· ἀπὸ τὸ ρῆμα «σχετικοποιῶ»: θεωρῶ κάτι ὡς σχετικό, ἀβέβαιο, μὴ ἀπόλυτο, μεταβλητό, προσωρινό. • «Σχετικοποίηση τῆς Ἀληθείας»· ἄρνηση τοῦ ἀπολύτου τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας.

[23]    «Συγχρωτιστικός»· ἀπὸ τὸ ρῆμα «συγχρωτίζομαι»: ἔχω ἢ ἀποκτῶ συχνὴ καὶ στενὴ ἐπαφὴ μὲ κάποιον, συναναστρέφομαι, συναγελάζομαι.

[24]    «(Ἰδεολογικῆς) βάσεως»· κοινῶς πλατφόρμα: οἱ κοινὲς θέσεις καὶ ἀρχὲς (τὸ κοινὸ σημεῖο, ἡ κοινὴ βάση), τὶς ὁποῖες ὑπερασπίζεται μία ὁμάδα Θρησκευτικῶν Κοινοτήτων, προκειμένου νὰ ἐπιτευχθεῖ συμφωνία καὶ συνεργασία μεταξύ τους σὲ θεωρητικὸ καὶ πρακτικὸ ἐπίπεδο.

[25]«Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία»· ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία ταυτίζεται ἀπολύτως μὲ τὴν Μία καὶ Μοναδικὴ Ἐκκλησία, δηλαδὴ τὴν Ὀρθόδοξη, ἡ Ὁποία βεβαίως δὲν ἔχει καμμία ἀπολύτως σχέση μὲ τὸν Παπισμό, ὁ ὁποῖος κοινῶς σήμερα ἀποκαλεῖται «Καθολικὴ» ἢ «Ρωμαιο-Καθολικὴ Ἐκκλησία».
• Βλέπε καὶ τὴν ὑποσημείωση 12, «Ποιοτικὸ καὶ ἐσωτερικό, καὶ ὄχι ποσοτικὸ καὶ ἐξωτερικὸ γνώρισμα».

[26]    «Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές»· οἱ Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ συμμετέχουν, ἔχουν ἐνταχθεῖ, στὴν αἱρετικὴ Οἰκουμενικὴ Κίνηση.

[27] «Χαρισματικὰ καὶ Κανονικὰ Ὅρια τῆς Ἐκκλησίας»· • Βλέπε τὴν ὑποσημείωση 38.

[28]    «Πληρώματος»· ἀπὸ τὸ ρῆμα «πληρόω, -ῶ»: ἡ ὁλοκληρία, ἡ πληρότης, τὸ γέμισμα, τὸ ὅλον, τὸ σύνολον.

[29]    «Περιχωρητική»· ἀπὸ τὸ ρῆμα «περιχωρῶ»: συνυπάρχω μὲ κάτι ἄλλο χωρὶς νὰ ἀλλοιώνονται-συγχέονται τὰ συνυπάρχοντα, συμπεριέχω. • Βλέπε καὶ τὴν ὑποσημείωση 20, «Συγχρωτιστικός».

[30]    «Ἐνδότερό του εἶναι»· στὴν φύση του, στὴν οὐσία του, στὴν πνευματική του ταυτότητα.

[31]    Στὸ πρωτότυπο «δυνητική»· προαιρετική, ποὺ ἔχει τὴν δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει ἢ νὰ μὴν γίνει.

[32]    «Οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός· οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου» (Ἀποκ. γ’ 15-16). Ἡ λέξη «χλιαρὴ» ἐδῶ δὲν ἀναφέρεται ἁπλῶς σὲ χλιαρότητα πράξεως, ἀλλὰ σὲ χλιαρότητα πίστεως-δόγματος. Ἡ χλιαρότητα αὐτὴ στὴν Ὀρθοδοξία συνιστᾷ βεβαίως αἵρεση, διότι δὲν ὑφίσταται μέση ὁδὸς μεταξὺ Ἀληθείας καὶ ψεύδους, μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως. Αὐτὸ ποὺ παρεκκλίνει στὸ παραμικρὸ ἀπὸ τὴν Δογματικὴ Ἀλήθεία βρίσκεται ἤδη στὸ ψεῦδος-αἵρεση καὶ ὁ παρεκκλίνων ἔστω καὶ κατ᾿ ἐλάχιστον ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία βρίσκεται στὸν χῶρο τῆς αἱρέσεως.

[33]    Οἱ Τυχωνῖτες ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦν καὶ αὐτοὶ τὴν ὀνομασία «Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί», χωρὶς νὰ ἔχουν κάποια συνεννόηση μὲ τοὺς Ἕλληνες γνησίους Ὀρθοδόξους Ἀδελφούς τους.

[34]   «Νόμιμη καὶ κανονικὴ τάξη»· τάξη, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνη μὲ τοὺς Νόμους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως καὶ τοὺς Ἱεροὺς Συνοδικοὺς Κανόνες τῆς Ὀρθοδοξίας. • Βλέπε καὶ τὴν ὑποσημείωση 15, «Κανονικοί».

[35]   «Ἀποδοχή»· ἀποδοχὴ τῶν αἱρετικῶν, σημαίνει τὸ νὰ δέχεται ἡ Ἐκκλησία στοὺς κόλπους Της τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέφουν βεβαίως μὲ ἐπίγνωση καὶ πνεῦμα μετανοίας.

[36]    «Ποιμαντική»· πράξη τῶν Ποιμένων, οἱ ὁποῖοι φροντίζουν ἐν Χριστῷ καὶ φόβῳ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ λογικοῦ Ποιμνίου τῆς Ἐκκλησίας.

[37]    «Ὀρθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως Ὀμολογίαν»· δηλαδή, δὲν ἐπιτρέπεται Οἰκονομία, «οὐ χωρεῖ συγκατάβασις», σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ Ζητήματα τῆς Πίστεως.

[38]    «Κανονικὰ καὶ Χαρισματικὰ Ὅρια»· τὰ μὲν «Κανονικὰ Ὅρια» ὁρίζονται ἀπὸ τὰ Δόγματα καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (Βλέπε καὶ ὑποσημείωση 18, «Κανονικοί»), τὰ δὲ «Χαρι-σματικὰ Ὅρια» ὁρίζονται κυρίως ἀπὸ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια, διὰ μέσου τῶν Ὁποίων ἐπενεργεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ στοὺς Πιστούς· στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὰ δύο αὐτὰ Ὅρια δὲν διαχωρίζονται, ἀλλὰ ταυτίζονται. Ἡ ἀναφορὰ ἐδῶ τῶν ὅρων αὐτῶν γίνεται ἀκριβῶς γιὰ νὰ τονισθεῖ ἡ ταύτισή τους, ἐπειδὴ οἱ Οἰκουμενιστὲς θεωροῦν τὰ Χαρισματικὰ Ὅρια τῆς Ἐκκλησίας εὐρύτερα τῶν Κανονικῶν Ὁρίων Αὐτῆς, δηλαδὴ ἀναγνωρίζουν μυστηριακὴ χάρη καὶ στὶς ποικίλες αἱρετικὲς Κοινότητες (Βλέπε προηγουμένως, ἐντὸς τοῦ Κειμένου, §§ Β΄, 2 καὶ 11).

[39]    Στὸ πρωτότυπο, ἐπίσης «ἀπολύτως καὶ ἐξ ἀποστάσεως»· ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἀνεγνώρισε ποτὲ τὰ ὄντολογικῶς ἀνύπαρκτα μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, οὔτε «ἀπολύτως», δηλαδὴ καθ᾿ ἑαυτὰ (αὐτοτελῶς καὶ ἀνεξαρτήτως), οὔτε «ἐξ ἀποστάσεως», ἐφ᾿ ὅσον δηλαδὴ οἱ αἱρετικοὶ παραμένουν μακρὰν Αὐτῆς. Ὅταν ὅμως οἱ φορεῖς τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν μυστηρίων πρόκειται νὰ εἰσέλθουν καὶ ἐνωθοῦν μὲ τὸ Σῶμα Της, τότε γίνεται λόγος ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο γιὰ τὸν ὀρθὸ τύπο αὐτῶν, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία νὰ δώσει περιεχόμενο σὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα βεβαίως μέχρι ἐκείνη στιγμὴ ἦσαν κενὰ-χωρὶς οὐσία καὶ Χάρη (βλέπε ἐντὸς Κειμένου τὴν ἑπομένη § Ϛ’,  5).

[40]    Στὸ πρωτότυπο «κατὰ τὴν εἰσδοχὴν ἐν μετανοίᾳ»·ἐν μετανοίᾳ εἰσδοχὴ στὴν Ἐκκλησία, δὲν σημαίνει βεβαίως ἐδῶ τὸν τρόπο τῆς εἰσδοχῆς, δηλαδὴ μόνον διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας καὶ Ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ ἀναφέρεται στὸ πνεῦμα καὶ τὴν διάθεση τοῦ σχισματικοῦ ἢ αἱρετικοῦ, ὁ ὁποῖος συνειδητοποιεῖ τὸ λάθος του, μετανοεῖ καὶ ἐντάσσεται στὴν Γνησία Ἐκκλησία.

[41]    «Ἀποδέχεται»· τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς ἢ μὴ ἀποδοχῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου τοῦ λεγομένου μυστηρίου τῶν αἱρετικῶν ἢ σχισματικῶν ἔγκειται στὴν ποιμαντικὴ διάκριση τοῦ Ἐπισκόπου· δηλαδή, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀποδοχή, ἀλλὰ δυνητικὴ-προαιρετική.

[42]    Στὸ πρωτότυπο «διαβεβαιοῖ»· ἀπὸ τὸ ρῆμα «διαβεβαιόω, -ῶ»: διαβεβαιώνω, ὑποστηρίζω κάτι ὡς βέβαιο καὶ ἀναμφισβήτητο, ὑποστηρίζω κάτι ἐντόνως καὶ ἀπολύτως, βεβαιώνω ρητῶς, πιστοποιῶ, ἐγγυῶμαι. • Τὸ νοήμα τῆς παραγράφου αὐτῆς πρέπει νὰ θεωρεῖται σὲ συνάρτηση μὲ αὐτὸ τῶν προηγουμένων παραγράφων 1 – 5 καὶ ὄχι ἀπομονωμένα.

[43]    Καὶ στὸ πρωτότυπο «ἐν γνώσει»·  ἡ Ζ΄ Ἁγία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀναθεματίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κοινωνοῦν «ἐν γνώσει» μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἐνῶ δηλαδὴ γνωρίζουν ὅτι εἶναι αἱρετικοί.

[44]    Στὸ πρωτότυπο «τῶν ἤδη γενομένων εἰς τοπικὸν ἐπίπεδον»· ἐννοοῦνται ὅσα ἔχουν καλῶς καὶ ὀρθῶς πραχθεῖ ἀπὸ τὶς τοπικὲς Συνόδους τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἡ παράγραφος αὐτὴ ἑρμηνεύεται καὶ ἀποσαφηνίζεται ὡς ἑξῆς: Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅταν τυχὸν δὲν ἐπαναλαμβάνῃ τὸν ἐξωτερικὸ τύπο τῶν μυστηρίων τῶν λεγομένων ἐπισήμων ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στοὺς ἐπιστρέφοντας καὶ εἰσερχομένους σὲ Αὐτήν, δὲν σημαίνει ὅτι ἐπιβεβαιώνει τὸ μυστηριακὸν-ἐσωτερικὸν-σωτηριολογικὸν κῦρος αὐτῶν.

[45] Ὅσον ἀφορᾶ τοὺς καινοτόμους Οἰκουμενιστάς, ἡ διάρρηξις τοῦ ἐκεῖ ἀναφερομένου «συνδέσμου Ὁμολογίας-Καθολικότητος-Κοινωνίας» εἶναι ἤδη γεγονός, ἀποτελεῖ πραγματικότητα μὲ ὅλα τὰ ἐπακόλουθα.

[46]    Στὸ πρωτότυπο «κατὰ τὸν ὀρθόδοξον τύπον»· τὸ Ὀρθόδοξο Βάπτισμα τελεῖται διὰ τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων στὴν κολυμβήθρα, «εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη΄ 19).

[47]    «Μείζων» (συγκρ. βαθμ. τοῦ ἐπιθέτου «μέγας»)· μεγαλυτέρα. • Ἐκκλησιαστικὸς ὅρος γιὰ διευρυμένες Συνόδους.

[48]Οἱ Συνοδικὲς Καταδίκες ποὺ ἀναφέρονται σὲ αὐτὴν τὴν παράγραφο, εἶναι βεβαίως ἤδη ἀπολύτως σεβαστὲς καὶ ἀποδεκτὲς ἀπὸ τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους καὶ ἀποτελοῦν τὴν βάση γιὰ τὶς ἀποφάσεις τῆς  ἀναμενομένης Μείζονος Συνόδου.

[49]   Στὸ πρωτότυπο «ἐπικρίσεις»· κατακρίσεις, ἀποδοκιμασίες, μομφές.

[50]    Οἱ Συνοδικὲς καταδίκες δεν προκαλοῦν τὴν ἔκπτωση τοῦ αἱρετικοῦ, ἀλλὰ πρῶτον, στηλιτεύουν τὴν αἵρεση γιὰ τὴν προστασία τοῦ ποιμνίου, καὶ δεύτερον, διαπιστώνουν καὶ διακηρύττουν τὴν ἔκπτωση τοῦ αἱρετικοῦ ἡ ὁποία ἤδη ὑφίσταται.

[51]     Πρβλ. Ἰούδα 3.

[52]    «Κρατῶμεν τῆς Ὁμολογίας» (Ἑβρ. δ΄ 14)· ἂς κρατῶμεν καλὰ τὴν Ὀμολογίαν τῆς Πίστεως, ἂς «ἐπιδραττώμεθα, κατέχωμεν κραταιῶς» (Ζιγαβηνός). • Κρατέω-ῶ· βαστῶ, διατηρῶ, διαφυλάσσω.

[53]    Στὸ πρωτότυπο «ἄδολον»· ἀνόθευτον, ἁγνήν, τιμίαν.

[54]    Στὸ πρωτότυπο «ὑπαγόρευμα»· ὑπαγόρευση, παρακίνηση, ὑπόδειξη, πρόταση, συμβουλή, ἐπιταγή.

[55]    Στὸ πρωτότυπο «κατελέγχει»· διαψεύδει, καταισχύνει.

___________________________________________

Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔναντι τῆς Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικὰ

Α’. Βασικαὶ Ἐκκλησιολογικαὶ Ἀρχαὶ

Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος εἰκοστοῦ αἰῶνος ἀγωνίζεται στερρῶς καὶ ὁμολογιακῶς κατὰ τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐπίσης δὲ κατὰ τῆς προελθούσης ἐξ αὐτοῦ Ἡμερολογιακῆς-Ἑορτολογικῆς Καινοτομίας, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει κατὰ τοῦ Δογματικοῦ Συγκρητισμοῦ, ὁ ὁποῖος καλλιεργῶν σταθερῶς καὶ μεθοδευμένως, ποικιλοτρόπως καὶ ἀντι-ευαγγελικῶς, εἰς ἐπίπεδον Διαχριστιανικὸν καὶ Διαθρησκειακόν, τὴν σχέσιν, συνύπαρξιν, ἀνάμειξιν καὶ συνεργασίαν Ἀληθείας καὶ πλάνης, Φωτὸς καὶ σκότους, Ἐκκλησίας καὶ αἱρέσεως, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνάδειξιν μιᾶς νέας ὀντότητος, ἤτοι μιᾶς Κοινότητος ἄνευ ταυτότητος πίστεως, τοῦ λεγομένου σώματος τῶν Πιστευόντων.

● Εἰς τὸν Ὁμολογιακὸν Ἀγῶνα Αὐτῆς, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐφήρ-μοσε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποδέχεται καὶ ἐφαρμόζῃ τὰς ἑξῆς Βασικὰς Ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας:

1.Τὸ κύριον κριτήριον διὰ τὴν ἰδιότητα Μέλους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ «Ὀρθὴ καὶ Σωτήριος τῆς Πίστεως Ὁµολογία» (Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής), ἤτοι ἡ Ἀληθής, Ἀκριβὴς καὶ Ἀκαινοτόμητος Ὀρθόδοξος Πίστις, «ἐπὶ ταύτῃ» δὲ «τῇ πέτρᾳ» (Ὀρθῇ Ὁμολογίᾳ) ὁ Κύριος ἔχει οἰκοδομήσει τὴν Ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν.

2. Τὸ κριτήριον τοῦτο ἰσχύει τόσον διὰ µεµονωµένα πρόσωπα-πιστούς, ὅσον καὶ δι’ ὁλοκλήρους Τοπικὰς Ἐκκλησίας.

3.Καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐν σχέσει πάντοτε μὲ τὴν Μοναδικότητα, τὴν Ἁγιότητα καὶ τὴν Ἀποστολικότητα Αὐτῆς, εἶναι ποιοτικὸν καὶ ἐσωτερικόν, ὄχι δὲ ποσοτικὸν καὶ ἐξωτερικὸν γνώρισμα Αὐτῆς· εἶναι ἡ θεμελιώδης Αὐτῆς ἰδιότης, ἡ ὁποία ἐκφράζει ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν πληρότητα τῆς ὑπ’ Αὐτῆς κηρυττομένης Ἀληθείας, ἀνεξαρτήτως τῆς πληθυσμιακῆς καὶ γεωγραφικῆς διαστάσεως Αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν γνησιότητα καὶ ὁλοκληρίαν τῶν παρεχομένων μέσων πρὸς θεραπείαν καὶ θέωσιν τῆς πεσούσης ἀνθρωπίνης φύσεως.

4. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης τῆς Ὀρθῆς Ὁμολογίας θεμελιώνεται ἡ Μυστηριακὴ Κοινωνία τῶν Πιστῶν μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ μεταξὺ ἀλλήλων, ὡς τελείωσις τῆς ὑφισταμένης ἐν τῇ πίστει Ἑνότητος, ὡς σκοπὸς καὶ τέλος καὶ ὄχι ὡς μέσον πρὸς ἐπίτευξιν τῆς Ἑνότητος αὐτῆς∙ δηλαδὴ προηγεῖται ἡ Ἑνότης ἐν τῇ Ὀρθῇ Ὁμολογίᾳ καὶ ἕπεται ἡ Κοινωνία ἐν τοῖς Μυστηρίοις.

            5.Ἅπαντες οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί, οἱ ἔχοντες Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν, προκειμένου νὰ ἀποτελοῦν ζῶντα Μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουν νὰ διατελοῦν ὁπωσδήποτε ἐν Μυστηριακῇ Κοινωνίᾳ μεταξὺ ἀλλήλων, ἐφ’ ὅσον Κοινωνία Πίστεως καὶ Κοινωνία Μυστηρίων, ἀλληλοπεριχωρούμενα ἐν τοῖς Πιστοῖς, πραγματώνουν καὶ ἀναδεικνύουν τὸ Ἕνα καὶ Μοναδικὸν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

            6.Ἡ ἀσάλευτος ἐμμονὴ εἰς τὴν Ὀρθὴν Ὁμολογίαν, ὡς καὶ ἡ ὑπεράσπισις Αὐτῆς πάσῃ θυσίᾳ, εἶναι θέμα ὑψίστης σωτηριολογικῆς σημασίας, διὰ τοῦτο δὲ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἡμῶν ὡµολόγησαν καὶ ὑπερασπίσθησαν γενναίως, ἐν λόγῳ, ἔργῳ καὶ αἵματι, τὴν Ἁγίαν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Πίστιν, πράττοντες τοῦτο ἐκ µέρους τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν ὀνόµατι τῆς ὑπάρξεως Αὐτῆς.

7.Ἅπαντες οἱ κηρύττοντες ἢ πράττοντες ἀντιθέτως πρὸς τὴν Ὀρθὴν Ὁμολογίαν, ὡς αἱρετικοί,χωρίζονται ἀπὸ τὴν Ἀλήθειαν τῆς Πίστεως καὶ ἐκπίπτουν τῆς Κοινωνίας μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε αὐτοὶ εἶναι μεμονωμένα πρόσωπα εἴτε Κοινότητες, ἔστω καὶ ἄν αὗται συνεχίζουν λειτουργοῦσαι τυπικῶς-θεσμικῶς ὡς δῆθεν Ἐκκλησίαι καὶ προσαγορεύωνται ὡς τοιαῦται:

«Οἱ µὴ τῆς Ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί· καὶ τοσοῦτο µᾶλλον, ὅσον ἄν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιµένας καὶ ἀρχιποιµένας ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλοῦντες καὶ ὑπ’ ἀλλήλων καλούµενοι· µηδὲ γὰρ προσώποις τὸν Χριστιανισµόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι» (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς).

8. Ἡ παρεχομένη ἄνωθεν ἐκ τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Ἀληθείᾳ τῆς Πίστεως καὶ τῇ Κοινωνίᾳ τῶν Μυστηρίων εἶναι βεβαίως Χριστοκεντρικὴ καὶ Εὐχαριστιακή, βιοῦται δὲ ὡς διαχρονικὴ σύνοδος καὶ συλλειτουργία ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», ἐφ’ ὅσον ἔχει ὡς ἐγγυητὴν Αὐτῆς τὸν Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον, ὄντα -θείᾳ Χάριτι- φορέα τῆς «Παραδόσεως τῆς Ἀληθείας» (Ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου).

9. Ἕκαστος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, ὡς «τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος» τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς Πατὴρ τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ὡς Διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀληθείας καὶ ὡς Διάκονος τῆς Ἀγάπης ἐν Ἀληθείᾳ, εἶναι εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐνσαρκώνει, ἐκφράζει καὶ διασφαλίζει τὴν διαχρονικὴν Καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τὴν Ἑνότητα Αὐτῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ, ταυτοχρόνως δὲ τὴν Ἑνότητα ἐν Χριστῷ μετὰ πασῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, αἱ Ὁποῖαι ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρξουν ὡς τὸ Ἕν Σῶμα Χριστοῦ.

● «Τί δέ ἔστιν ”ἕν σῶμα“; Οἱ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοὶ καὶ ὄντες καὶ γενόμενοι καὶ ἐσόμενοι» (Ἱερὸς Χρυσόστομος).

10. Πᾶς Ἐπίσκοπος, κηρύττων «αἵρεσιν δημoσίᾳ» καὶ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας» καὶ διδάσκων «ἕτερον εὐαγγέλιον παρ’ ὅ παρελάβομεν» ἢ εὑρίσκεται εἰς συγκρητιστικὴν κοινωνίαν μὲ ἀλλοδόξους καὶ ἀλλοθρήσκους, πράττων μάλιστα τοῦτο ἐπιμόνως καὶ συνεχῶς, καθίσταται «ψευδεπίσκοπος» καὶ «ψευδοδιδάσκαλος» (ΙΕ’ Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας)· οἱ δὲ κοινωνοῦντες μετ’ αὐτοῦ Ἐπίσκοποι, ἀδιαφοροῦντες ἢ ἀνεχόμενοι ἢ ἀποδεχόμενοι τὸ φρόνημα καὶ τὰς πρακτικὰς αὐτοῦ ἐκφράσεις, «συνόλλυνται» (Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης), παύοντες οὕτω νὰ εἶναι Κανονικοὶ καὶ Κοινωνικοί, ἐφ’ ὅσον ἡ Καθολικότης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἑνότης Αὐτῆς καὶ ἡ γνησία Ἀποστολικὴ Διαδοχή, ἐγγυώμεναι ἀσφαλῶς τὸ Κανονικὸν καὶ Κοινωνικὸν τοῦ Ἐπισκόπου, ἑδράζονται, ἀπορρέουν καὶ διασφαλίζονται ἀπὸ τὴν «Ὀρθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως Ὁμολογίαν».

Β’. Οἰκουμενισμός: Συγκρητιστικὴ Παναίρεσις

1. Ὁ Οἰκουµενισµός, ὡς θεολογικὴ ἔννοια, ὡς ὠργανωµένον κοινωνικὸν κίνηµα καὶ ὡς θρησκευτικὴ πρᾶξις, εἶναι καὶ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν αἵρεσιν τῶν αἰώνων καὶ τὴν περιεκτικωτέραν παναίρεσιν· αἵρεσιν ἐξ αἱρέσεων καὶ παναίρεσιν ἐκ παναιρέσεων· ἀμνήστευσιν πασῶν τῶν αἱρέσεων, ὄντως καὶ ἀληθῶς Παναίρεσιν· τὸν ὑπουλότερον ἀντίπαλον τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὡς καὶ τὸν πλέον ἐπικίνδυνον ἐχθρὸν τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἐφ’ ὅσον ἐντὸς τῶν συγκρητιστικῶν ὁρίων αὐτοῦ ἀδυνατοῦν νὰ ὑπάρξουν ἐν ἀρρήκτῳ σωτηριολογικῇ ἑνότητι ἡ ἐν Χριστῷ Ἀλήθεια καὶ Ζωή.

2. Ὁ Οἰκουμενισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν προτεσταντικὸν κόσμον (ΙΘ’ αἰ. κ.ἑ.) καὶ καλλιεργεῖ τὴν σχετικοποίησιν τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας, Ζωῆς καὶ Σωτηρίας, ἀρνούμενος κατ’ οὐσίαν τὴν Καθολικότητα καὶ Μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν βάσιν αὐτοῦ κεῖται ἡ πεπλανημένη θεωρία περὶ «Ἀοράτου Ἐκκλησίας» μὲ ἀσαφῆ ὅρια, μέλη τῆς ὁποίας δῆθεν δύνανται νὰ ἀνήκουν εἰς διαφόρους «Ὁμολογίας», ὡς καὶ ἡ παραλλαγὴ ταύτης, ἤτοι ἡ λεγομένη «Θεωρία τῶν Κλάδων», κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ διάφοροι χριστιανικαί «Ὁμολογίαι» εἶναι δῆθεν κλάδοι τοῦ αὐτοῦ δένδρου τῆς Ἐκκλησίας, ἕκαστος δὲ κλάδος κατέχει μέρος τῆς Ἀληθείας καὶ οὕτω συναπαρτίζουν δῆθεν τὸ ὅλον τῆς Ἐκκλησίας.

3.Παρὰ τὴν ποικιλίαν τῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας παρήγαγεν ὁ Οἰκουμενισμός, ὁ βασικὸς στόχος αὐτοῦ εἶναι ἡ καλλιέργεια μιᾶς συγκρητιστικῆς συνυπάρξεως καὶ συνεργασίας, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω μιᾶς συγχωνεύσεως κατ’ ἀρχὰς πασῶν τῶν χριστιανικῶν Κοινοτήτων (Διαχριστιανικὸς Οἰκουμενισμός), ἀκολούθως δὲ πασῶν τῶν θρησκειῶν (Διαθρησκειακὸς Οἰκουμενισμός), τοῦτ’ ἔστιν (ἡ καλλιέργεια) μιᾶς ἀντι-ευαγγελικῆς διαδικασίας, ὁδηγούσης ἀφεύκτως εἰς τὴν ἀνάδειξιν ἑνὸς σώματος τῶν Πιστευόντων, μιᾶς τρόπον τινὰ Πανθρησκείας, ἡ ὁποία θὰ προλειάνῃ τὸ ἔδαφος διὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ πειρασμοῦ τῶν Ἐσχάτων, ἤτοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀνόμου-Ἀντιχρίστου.

4.Λόγῳ τοῦ συγκρητιστικοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος, ὁ Οἰκουμενισμὸς συγγενεύει στενῶς πρὸς τὸν Ἐλευθεροτεκτονισμὸν (Μασωνίαν), ὁ ὁποῖος αὐτοδιαφημιζόμενος ὡς ἀνεξίθρησκος, συγχρωτιστικὸς καὶ ἀνεκτικὸς ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ θρησκειῶν, ἔχει ἀναδειχθῆ ἐν τῇ πράξει εἰς Θρησκείαν καὶ Ὑπερθρησκείαν, συμβάλλουσα ἀμέσως καὶ ἐμμέσως εἰς τὴν προώθησιν τοῦ Οἰκουμενιστικοῦ Ὁράματος, δηλαδὴ εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς περιεκτικῆς βάσεως ἁπάντων τῶν Δογμάτων καὶ Θρησκειῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια θὰ ἔχῃ πλήρως σχετικοποιηθῆ καὶ ἐξισωθῆ μὲ πᾶσαν ἀνθρωπίνην καὶ δαιμονικὴν πλάνην καὶ δοξασίαν.

5. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἤρχισε νὰ προσβάλλῃ τὴν Ὀρθόδοξον Καθολικὴν Ἐκκλησίαν φθίνοντος τοῦ ΙΘ’ αἰῶνος, διὰ δὲ τοῦ Συνοδικοῦ Διαγγέλματος «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἐν ἔτει 1920, ἀποτελοῦντος ὁμολογουμένως τὸν «Καταστατικὸν Χάρτην τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἐκηρύχθη οὗτος «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», ἐφ’ ὅσον χαρακτηρίζει τὰς αἱρέσεις τῆς Δύσεως καὶ ἁπανταχοῦ ὡς δῆθεν «σεβασμίας Χριστιανικὰς Ἐκκλησίας»,οὐχὶ πλέον «ὡς ξένας καὶ ἀλλοτρίας», ἀλλ’ ὡς «συγγενεῖς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ καὶ ”συγκληρονόμους καὶ συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ“», προτείνων μάλιστα ὡς πρῶτον μέτρον ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τὴν χρῆσιν κοινοῦ ἡμερολογίου, πρὸς ταυτόχρονον συνεορτασμὸν ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων.

6. Κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκουμενιστικοῦ Διαγγέλματος τούτου καὶ κατόπιν τῶν ἀντικανονικῶν Ἀποφάσεων τοῦ ἀντορθοδόξου Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐν ἔτει 1923, υἱοθετήθη κατ’ οὐσίαν τὸ λεγόμενον Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον ὡς δῆθεν Διωρθωμένον Ἰουλιανόν,καίτοι ἅμα τῇ ἐμφανίσει αὐτοῦ ἐν τῇ Δύσει (1582) κατεκρίθη καὶ κατεδικάσθη ὡς σοβαρὰ Παπικὴ Καινοτομία ὑπὸ τριῶν Πανορθοδόξων Συνόδων ἐν τῇ Ἀνατολῇ (1583, 1587, 1593),  τῶν Ὁποίων αἱ ἀποφάσεις ἐξακολουθοῦν ἰσχύουσαι καὶ βαρύνουν τοὺς ἐν σχίσματι εὑρισκομένους Καινοτόμους.

7. Ἡμερολογιακὴ-Ἑορτολογικὴ Καινοτομία, εἰσαχθεῖσα ἐν ἔτει 1924 εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, τὸ Πατριαρχεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ρουμανίας, κατόπιν δὲ σταδιακῶς καὶ εἰς ἄλλας Τοπικὰς Ἐκκλησίας, προσκρούει εἰς τὴν Καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς (μονομερῆ καὶ ἀντικανονικόν), ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν σκοπὸν αὐτῆς (οἰκουμενιστικὸν-συγκρητιστικόν), προσβάλλουσα τοιουτοτρόπως διὰ πλήγματος δεινοῦ τὴν ἐξωτερικὴν ἔκφανσιν καὶ ἐκδήλωσιν τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τὸν κόσμον, πραγματοποιουμένην καὶ διὰ τοῦ ἑνιαίου Ἡμερολογίου-Ἑορτολογίου.

8. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία, μέσῳ τοῦ ὑψίστου συνοδικοῦ κύρους Αὐτῆς, ἔχει ἐκφράσει τὴν σταθερὰν καὶ ἀμετακίνητον βούλησιν Αὐτῆς, ὅπως ἐκδηλώνεται ἡ Ἑνότης Αὐτῆς καὶ διὰ τῆς ἀπὸ κοινοῦ ὑφ’ ὅλων τῶν Χριστιανῶν τελέσεως τῆς μεγίστης τῶν Ἑορτῶν, ἤτοι τοῦ Ἁγίου Πάσχα, καθορίσασα ὁριστικῶς εἰς τὴν Α’ Ἁγίαν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον ἐν ἔτει 325 τὸ αἰώνιον Κανόνιον τοῦ Πάσχα, τὸν Πασχάλιον Κανόνα.

9. Ἡ Συνοδικὴ Πρᾶξις αὕτη, κατ’ οὐσίαν βαθύτατα ἐκκλησιολογικὴ καὶ δογματική, προϋπέθετεν ὡς βάσιν τῶν λεγομένων Διορισμῶν τοῦ Ἁγίου Πάσχα τὴν Ἐαρινὴν Ἰσημερίαν, ἡ ὁποία ὡς σταθερὰ ἡμερομηνία ἐκκλησιαστικῶς θὰ ἦτο πλέον θετῶς/συμβατικῶς21ηΜαρτίου τοῦ ἐν χρήσει τότε Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖον τοιουτοτρόπως καθιερώθη ὡς Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον καὶ ὡς ἄξων τοῦ ἐνιαυσίου Ὀρθοδόξου Ἑορτολογίου, βάσει δὲ τούτου ἡ ἡμερολογιακὴ ἐναρμόνισις τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τῶν εὑρισκομένων εἰς διάφορα ἡμερολογιακὰ περιβάλλοντα, συνετελέσθη σταδιακῶς ἕως καὶ τὸν ΣΤ’ αἰῶνα.

10. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐξέφρασαν θεοπνεύστως, ἀλλὰ καὶ προφητικῶς, τὸ ἀντι-συγκρητιστικὸν πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας: τὸ «μὴ μετ’ Ἰουδαίων συνεορτάζειν», κατ’ ἐπέκτασιν δὲ τὸ μὴ ἐπιδιώκειν μετὰ τῶν αἱρετικῶν ἑορτάζειν, διησφάλιζε τὴν ἐξωτερικὴν-ὁρατὴν Ἑνότητα τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔθετε τὰ ὅρια μεταξὺ Ἀληθείας καὶ Αἱρέσεως, ὅλως δηλαδὴ ἀντιθέτως πρὸς τὴν κατάκριτον Ἡμερολογιακὴν  Μεταρρύθμισιν τοῦ 1924, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὸ συνεορτάζειν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων τοῦ παναιρετικοῦ Παπισμοῦ καὶ Προτεσταντισμοῦ, προκειμένου νὰ καταστῇ ὁρατὴ ἡ δῆθεν ὑπάρχουσα ἀόρατος ἑνότης μετ’ αὐτῶν καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.

11. Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί, μάλιστα δὲ οἱ πλέον ἀκραῖοι ἐξ αὐτῶν, ἔχοντες ὑποστῆ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ διαβρωτικοῦ Συγκρητισμοῦ, φρονοῦν ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔχει δῆθεν ἀπολέσει τὴν Καθολικότητα Αὐτῆς, λόγῳ θεολογικῶν καὶ πολιτισμικῶν διαμαχῶν καὶ διαιρέσεων· προτείνουν δὲ καὶ ἐπιδιώκουν τὴν δῆθεν ἀνασυγκρότησιν ταύτης, μέσῳ μιᾶς συμβατικῆς ἑνώσεως τῶν διεστώτων, ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν, ἡ ὁποία δῆθεν θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν εὐχαριστιακὴν κοινωνίαν, ἄνευ βεβαίως κοινῆς Ὁμολογίας Πίστεως, κατὰ τὰ πρότυπα προφανῶς τῆς Οὐνίας· ἕτεροι, πλέον μετριοπαθεῖς Οἰκουμενισταί, ἀρκοῦνται εἰς τὴν συναρίθμησιν τῶν ἑτεροδόξων μετὰ τῶν ὀρθοδόξων, ὁμιλοῦντες «ὑπὲρ τοῦ ὅλου τῆς Ἐκκλησίας σώματος», ὡς δῆθεν εὑρισκομένων αὐτῶν (τῶν ἑτεροδόξων) ἐντὸς τῶν Ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, διότι οὗτοι δὲν ταυτίζουν τὰ Χαρισματικὰ καὶ τὰ Κανονικὰ Ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὑποστηρικταὶ τῆς «Διευρυμένης Ἐκκλησίας» ἢ τῆς «Ἐκκλησίας ἐν διευρυμένῃ ἢ εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ», ἐφ’ ὅσον ἀνακαλύπτουν ἢ ἀναγνωρίζουν τὴν ὕπαρξιν «Ἐκκλησιῶν» καὶ «Θείας Χάριτος»/«Σωτηρίας»  καὶ ἐκτὸς τῶν Ὁρίων τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (ecclesiaextraecclesiam, extramuros).

12. συμμετοχὴ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν εἰς τὸ λεγόμενον «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν» (1948 κ.ἑ.), ὡς καὶ εἰς ἑτέρους Οἰκουμενιστικοὺς Ὀργανισμούς, ἀποτελεῖ μίαν ἐν τῇ πράξει ἄρνησιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ Ἀληθείας καὶ Σωτηρίας, ἐφ’ ὅσον βασικὴ προϋπόθεσις ὀργανικῆς συμμετοχῆς εἰς τοιαῦτα Διομολογιακὰ Σώματα εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ ἔστω καὶ σιωπηλὴ ἄρνησις τῆς ὑπάρξεως αὐθεντικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Καθολικότητος σήμερον, ὡς καὶ ἡ αἴσθησις τῆς ἀνάγκης ἀνα-συγκροτήσεως μιᾶς δῆθεν αὐθεντικῆς Καθολικότητος, τοῦτ’ ἔστι τῆς ἀνάγκης μιᾶς δῆθεν ἐπανιδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας.

13. Εἰς τὴν βάσιν τῶν ἀντορθοδόξων καὶ πλήρως καινοφανῶν τούτων ἀντιλήψεων, εὑρίσκεται ἡ λεγομένη «Βαπτισματικὴ Θεολογία», ὁ Δογματικὸς Συγκρητισμός, ἡ κατάργησις τῶν «Ὁρίων» τῆς Ἐκκλησίας, ἡ αἴσθησις τῆς «Οἰκουμενικῆς Ἀδελφοσύνης», ἡ θεωρία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ λεγομένη «Θεολογία τῶν Δύο Πνευμόνων», ἡ θεωρία τῆς «Μιᾶς καὶ Διῃρημένης Ἐκκλησίας»,
ἡ «ὑπέρβασις τῆς παλαιᾶς αἱρεσιολογίας», ὡς καὶ ἄλλαι ποικίλαι κακοδοξίαι ἔχουσαι ὁδηγήσει σταδιακῶς τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὰς εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς ἐκκλησιολογικῆς καὶ σωτηριολογικῆς ἀποκλειστικότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μάλιστα δὲ καὶ εἰς τὴν συνοδικὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἑτεροδόξων Κοινοτήτων καὶ τῶν μυστηρίων αὐτῶν, εἰς τὴν συμπροσευχὴν μετ’ αὐτῶν καὶ δὴ εἰς ἐπίπεδον κορυφῶν, εἰς τὴν παροχὴν μυστηρίων εἰς αὐτούς, εἰς τὴν συνυπογραφὴν Κοινῶν Δηλώσεων καὶ Διακηρύξεων πρὸς κοινὴν δῆθεν μαρτυρίαν μετ’ αὐτῶν, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὴν αἴσθησιν τοῦ χρέους τῆς συνδιακονίας τοῦ κόσμου, ὡς δῆθεν συνυπευθύνων (Ὀρθοδοξίας καὶ Αἱρέσεως) διὰ τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ.

14.Μέσῳ πάντων τούτων, ἔχει διαστρεβλωθῆ πλήρως ἡ ἔννοια τῆς εὐαγγελικῆς Ἀγάπης, ἀσκουμένης ἐν τῇ Ἀληθείᾳ καὶ διὰ τῆς Ἀληθείας· ἔχει παγιωθῆ ἕνας βαθὺς καὶ ὁλονὲν ἐμβαθυνόμενος συγκρητιστικὸς συγχρωτισμός· τηρεῖται, ἐν ὀνόματι μιᾶς νενοθευμένης οἰκονομίας, μία στάσις περιεκτικὴ καὶ περι-χωρητικὴ ἔναντι τῆς ἑτεροδοξίας· ἔχει προέλθει μία ἄμεικτος μεῖξις· καὶ ἔχει ἀναδυθῆ μία ὄντως ὑφισταμένη ἕνωσις μεταξὺ τῶν πάσης προελεύσεως Οἰκουμενιστῶν, ἑνὸς Σώματος Πιστευόντων, ὄχι βεβαίως ἐν τῇ Μοναδικῇ Ἀληθείᾳ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νεφελώδους ἀνθρωπιστικοῦ ὁράματος, χωρὶς ἱεραποστολικὴν διάστασιν καὶ κλῆσιν τῶν πεπλανημένων εἰς Ἐπιστροφὴν ἐν Μετανοίᾳ εἰς τὸν Οἶκον τοῦ Πατρός, τ.ἔ. εἰς τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.

Γ’. Σεργιανισμός: Ἀλλοίωσις τῆς Κανονικότητος

1. Ἕν ἕτερον συγγενὲς πρὸς τὸν Οἰκουμενισμὸν φαινόµενον καὶ κίνημα, ἔχον ἐπίσης ἐκκλησιολογικὴν διάστασιν, εἶναι ὁ λεγόµενος Σεργιανισµός, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς πρωτοφανεῖς περιστάσεις τοῦ διωγµοῦ  τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν πρώην Σοβιετικὴν Ἕνωσιν παρέδωσε, μέσῳ τοῦ πεπτωκότος καὶ συμβιβασθέντος ἀρχικῶς μητροπολίτου καὶ μετέπειτα πατριάρχου Μόσχας, Σεργίου Στραγκορόντσκυ (+ 1944),  εἰς τοὺς ἀθέους καὶ θεομάχους Μπολσεβίκους ἕνα φαινοµενικῶς  ἄρτιον ἐκκλησιαστικὸν ὀργανισμόν, προκειμένου νὰ καταστῇ οὗτος εἰς χεῖρας αὐτῶν ἄβουλον ὄργανον κατὰ τὴν ἀδυσώπητον αὐτῶν πολεµικὴν ἐναντίον Αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς Ἐκκλησίας ὡς φορέως τοῦ πληρώµατος τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

2. Ὁ Σεργιανισµὸς δὲν εἶναι μόνον σοβιετικὸν φαινόµενον, διότι ἔπληξε δεινῶς καὶ τὰς Τοπικὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τῶν χωρῶν τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, ἔνθα ἐπεκράτησαν, µετὰ τὸν Β’ Παγκόσµιον Πόλεµον, ἀθεϊστικὰ καὶ ἀντιχριστιανικὰ κοµµουνιστικὰ Καθεστῶτα.

3. Ἡ πεμπτουσία τοῦ Σεργιανισμοῦ εἶναι ἡ υἱοθέτησις τῆς πλάνης ὅτι ἡ ἐξαπάτησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιµοποιηθῇ δῆθεν ὡς µέσον διασώσεως τῆς Ἀληθείας, ἐπίσης δὲ ὅτι ἡ συνεργασία µετὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας ἦτο δῆθεν ὁ τρόπος ἐπιβιώσεως Αὐτῆς· ἀλλ’ ὅμως, ἐν τῇ πράξει συνέβη ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον: οἱ σεργιανισταὶ ἐπίσκοποι κατεστάθησαν ὄργανα τῶν ἀθέων Κοµµουνιστῶν, προκειμένου νὰ ἀσκοῦν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας, µὲ σκοπὸν τὴν ἠθικὴν καὶ πνευµατικὴν Αὐτῆς ἐξασθένησιν, ἕως τῆς τελικῆς ἀποδομήσεως καὶ τοῦ ἐξαφανισμοῦ Αὐτῆς.

4. Εἰς τὸ ἐκκλησιολογικὸν πεδίον, ὁ Σεργιανισμὸς διεστρέβλωσε πλήρως τὴν ἔννοιαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Κανονικότητος, ἐφ’ ὅσον εἰς τὰ ὅρια τοῦ σεργιανισμοῦ, ἡ Κανονικότης ἦτο οὐσιαστικῶς ἀποκεκοµµένη ἀπὸ τὸ Πνεῦµα καὶ τὴν Ἀλήθειαν τῆς αὐθεντικῆς Κανονικῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, λαβοῦσα τοιουτοτρόπως µίαν τυπικὴν προσαρµογὴν εἰς τὴν νοµιµότητα, δυναμένη νὰ χρησιμοποιηθῇ, προκειμένου νὰ δικαιολογήσῃ πᾶσαν ἀνοµίαν τῆς διοικούσης Ἱεραρχίας· ἐν τέλει δέ, ἡ τοιαύτη κατ’ ἐπίφασιν Κανονικότης κατέστη µία διοικητικὴ τεχνική, διὰ τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν σεργιανιστικὴν ἱεραρχίαν, ἀσχέτως τῆς κατευθύνσεως πρὸς τὴν ὁποίαν αὕτη ὡδήγει τοὺς πιστούς.

5. Μετὰ τὴν κατάρρευσιν τῶν ἀντιχριστιανικῶν Καθεστώτων, περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος εἰκοστοῦ αἰῶνος, ἡ βαρυτάτη ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, διετηρήθη ὡς κληρονοµία τοῦ παρελθόντος καὶ συγχρόνως µετεσχηµατίσθη.

6. Ὁ ἐκκλησιομάχος Σεργιανισμός, ἔχων πρὸ πολλοῦ ἐνσωµατώσει εἰς τὸ ἐνδότερον αὐτοῦ εἶναι τὸ κοσμικὸν πνεῦμα, τὴν ἀσυνειδησίαν, τὴν ἐξαπάτησιν καὶ τὴν παθολογικὴν δουλικότητα ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσµου τούτου, συνεχίζει νὰ προδίδῃ τὴν Ἐκκλησίαν, ὄχι πλέον ἐξ αἰτίας δῆθεν τοῦ φόβου τῶν ἀντιποίνων ἐκ μέρους τῶν ἀθέων Κρατούντων, ἀλλὰ χάριν ἰδιοτελῶν καὶ ἐγκοσμιοκρατικῶν κινήτρων, ὑπὸ τὸ πέπλον δὲ δῆθεν τῆς Κανονικότητος, ἐκποιεῖ πλέον τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἐκκλησίας, µὲ ἀντάλλαγµα τὸ κέρδος τῆς φιλίας μετὰ τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσµου τούτου, µεθ’ ὅλων βεβαίως τῶν συναφῶν ὑλικῶν συµφερόντων καὶ τῆς περιόπτου κοινωνικῆς θέσεως.

7. Εἰς τὴν µεταλλαγµένην ταύτην µορφὴν σήµερον, ὁ ἰὸς τοῦ Σεργιανισµοῦ, ὡς νεο-Σεργιανισµὸς ἢ µετα-Σεργιανισµός, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ μὲ ἄλλας πολιτειοκρατικὰς μορφάς, προσβάλλει ἔν τινι βαθμῷ μέγα µέρος τῆς Ἱεραρχίας τῶν τοπικῶν ἐπισήμων ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀνὰ τὸν κόσµον, συμβάλλων τοιουτοτρόπως εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐπίσης ἐγκοσμιοκρατικοῦ καὶ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπὸ τὴν σκέπην μιᾶς ψευδοῦς Κανονικότητος.

*  *  *

            8. Οἱ ἔχοντες ὑγιᾶ Δογματικὴν καὶ Κανονικὴν Συνείδησιν εὐσεβεῖς, Κλῆρος καὶ Λαός, ἔναντι φαινομένων καὶ κινήσεων ἐχόντων ἐκκλησιολογικὴν καὶ σωτηριολογικὴν σημασίαν, ὡς ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ Σεργιανισμός, ὀφείλουν νὰ τηρήσουν μίαν γνησίαν Πατερικὴν στάσιν, ὅταν μάλιστα αὐτὰ ἑδραιώνωνται συστηµατικῶς καὶ διαδίδωνται εὐρέως, ἔστω καὶ ἄν δὲν ἐπιδιώκουν πάντοτε µίαν σαφῆ δογµατικὴν ἔκφρασιν, ἀλλ’ εἰσχωροῦν καὶ ἐνσπείρονται εἰς τὸ Σῶµα τῆς Ἐκκλησίας µὲ ὕπουλον καὶ διαβρωτικὸν τρόπον, δηλαδὴ υἱοθετοῦνται ἐνεργῶς ἢ ἐπιτρέπονται παθητικῶς ὑφ’ ὅλων τῶν Ἐπισκόπων µιᾶς ἢ περισσοτέρων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.

9. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἡ οὐσία τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῶν ἀντι-ευαγγελικῶν, ἀντορθοδόξων καὶ ἐκφυλιστικῶν αὐτῶν φαινοµένων δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον μία δυνητικὴ στάσις ἐν τῷ πλαισίῳ μιᾶς δῆθεν οἰκονομίας, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται πάραυτα ἡ παῦσις τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας µὲ τὸν Ἐπίσκο-πον καὶ τὴν Ἱεραρχίαν, ἡ ὁποία εἰσάγει μάλιστα συνοδικῶς τὴν αἵρεσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, εἴτε κηρύττουσα αὐτήν, εἴτε συµβάλλουσα εἰς τὴν διάδοσιν αὐτῆς διὰ µέσου τῆς σιωπῆς, τῆς παθητικότητος ἢ τῆς ἀδιαφορίας (ΙΕ’ Κανὼν τῆς Πρωτο-δευτέρας).

10. Ἡ Ἀποτείχισις ἀπὸ τοὺς ἐκπεσόντας ποιμένας, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται πλέον ὡς «ψευδεπίσκοποι» καὶ «ψευδοδιδάσκαλοι», ἀποτελεῖ ἀναγκαιοτάτην ὑποχρέωσιν τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων ἐν καιρῷ αἱρέσεως, πρὸς διαφύλαξιν τῆς Μοναδικότητος, τῆς Ἑνότητος καὶ τῆς Καθολικότητος τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς ὁμολογιακὴν Μαρτυρίαν Πίστεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἱεραποστολικὴν σωτήριον Κλῆσιν Μετανοίας πρὸς τοὺς ἐκτρεπομένους καὶ τοὺς κοινωνοῦντας μετ’ αὐτῶν.

Δ’. Ἡ λεγομένη ἐπίσημος Ὀρθοδοξία

1. Τὸ νόημα τοῦ ὅρου «ἐπίσηµος Ὀρθοδοξία» εἶναι στενὰ συνδεδεµένον µὲ τοὺς ὅρους «ἐπίσηµος Ἐκκλησία» καὶ «ἐπίσηµοι τοπικαὶ Ἐκκλησίαι».

2.Ἡ «ἐπίσηµος Ὀρθοδοξία» εἶναι τὸ ἰδιαίτερον ἐκεῖνο ἰδεολόγημα τῶν λεγομένων ἐπισήµων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ ἀντιπροσωπεῦον µίαν Ὀρθοδοξίαν ὁλονὲν καὶ περισσότερον χλιαράν (βλ. Ἀποκ. γ’ 16), ἡ ὁποία, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Ἐκκλησιολογικῶν καὶ Κανονικῶν Καινοτομιῶν, τῶν προβλεπομένων ἀπὸ τὸ προαναφερθὲν Πατριαρχικὸν Διάγγελμα τοῦ 1920, ὡδηγήθη εἰς τὴν σταδιακὴν ἀποξένωσιν αὐτῆς ἀπὸ τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδοξίας.

3. Τό 1924 ἐγένετο τὸ πρῶτον καί μέγα βῆμα πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς προσχεδιασμένης καὶ μεθοδευμένης ἀλλοτριώσεως ἀπὸ τὴν γνησιότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου εἴς τινας Τοπικὰς Ἐκκλησίας, αὐξηθείσας ἐν καιρῷ, ἕως σημείου ἀποδοχῆς εἰς περιπτώσεις τινὰς ἀκόμη καὶ τοῦ Παπικοῦ Πασχαλίου, πρὸς καταφανῆ παραβίασιν τοῦ Ὅρου τῆς Α’ Ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

4. «Ἐπίσηµος Ἐκκλησία» εἶναι τὸ ὄνοµα, τὸ ὁποῖον προσέδωσαν οἱ Ῥῶσοι πιστοὶ τῶν Κατακοµβῶν εἰς τὴν κρατικὴν Ἐκκλησίαν, δηλαδὴ τὴν ἀναγνωριζομένην καὶ ἐντελῶς ἐξαρτωμένην ἀπὸ τὸ ἄθεον Σοβιετικὸν Καθεστώς, τὴν καὶ ἐξελιχθεῖσαν εἰς τὸ γνωστὸν σεργιανιστικὸν καὶ οἰκουμενιστικὸν Πατριαρχεῖον Μόσχας.

5. Σήμερον, οἱ ὅροι «ἐπίσηµος Ἐκκλησία» καὶ «ἐπίσηµοι τοπικαὶ Ἐκκλησίαι», ἀναφέρονται εἰς τὰς γνωστὰς ἱστορικῶς διαμεµορφωµένας Τοπικὰς Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων ἡ ἱεραρχικὴ Ἡγεσία ἀποδέχεται ἐπισήμως καὶ μετέχει συνοδικῶς εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, προωθεῖ, ἐπιτρέπει ἢ ἀνέχεται αὐτὴν ὡς θεολογικὴν ἔννοιαν καὶ ὡς θρησκευτικὴν πρᾶξιν, καλύπτεται ὑπὸ τὸ πέπλον τῆς δῆθεν Κανονικότητος, ὡς ἐννοεῖ ταύτην ὁ Σεργιανισµός, υἱοθετεῖ δὲ -ἀμέσως ἢ ἐμμέσως- καὶ πολλὰς ἄλλας µορφὰς τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν (βλ. διαβρωτικὰ φαινόμενα, ὡς τὴν νόθευσιν τῶν Μυστηρίων καὶ δὴ τοῦ τύπου τοῦ Βαπτίσματος, λειτουργικὰς μεταρρυθμίσεις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς «λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως», τὴν νεόκοπον «μεταπατερικὴν θεολογίαν», τὴν ἐπισήμως καὶ δὴ εἰς τὰς πανεπιστημιακὰς θεολογικὰς Σχολὰς ἐπιτελουμένην βαθεῖαν διείσδυσιν τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὴν ἀπώλειαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων πρὸς Διακήρυξιν Ἁγίων, ποικίλας μορφὰς ἐκκοσμικεύσεως καὶ ἀλλοιώσεως τοῦ αὐθεντικοῦ Ἐκκλη-σιαστικοῦ Ἤθους, τὴν υἱοθέτησιν μιᾶς ἀντιπατερικῆς ἑρμηνείας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας κ.λπ.).

6. Ἅπασαι αἱ λεγόμεναι αὗται ἐπίσημοι Ἐκκλησίαι ἔχουν πλέον προσχωρήσει ἀποφασιστικῶς, σταθερῶς καὶ ἀμετανοήτως εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς συγκρητιστικῆς Ἀποστασίας, σεργιανιστικοῦ καὶ οἰκουμενιστικοῦ τύπου, µίαν ἀντιεκκλησιαστικὴν καὶ ἀντικανονικὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἔχει προωθηθῆ ἢ ἐπιτραπῆ συνοδικῶς ἀπὸ τὰς Ἱεραρχίας αὐτῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀδυνατεῖ νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε προσευχητικήν, μυστηρια-κὴν καὶ διοικητικὴν κοινωνίαν, συνεπὴς οὖσα πρὸς τὰς Ἐκκλησιολογικὰς Ἀρχὰς Αὐτῆς ἔναντι τῶν «ψευδεπισκόπων» καὶ «ψευδοδιδασκάλων».

Ε’. Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία

1.Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία περιλαμβάνει εἰς τοὺς κόλπους Αὐτῆς καὶ συνενώνει ἐν τῷ Πατρί, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τὴν μεγάλην ἐκείνην μερίδα τοῦ εὐσεβοῦς Κλήρου καὶ Λαοῦ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀντέδρασε σθεναρῶς εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς ἐκκλησιοκτόνου αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὰς ἀμέσους πρακτικὰς ἐφαρμογὰς αὐτοῦ, ὡς καὶ τοῦ ἐκκλη-σιομάχου Σεργιανισμοῦ, διακόψασα πᾶσαν κοινωνίαν μετὰ τῶν Καινοτόμων Οἰκουμενιστῶν, ὡς καὶ τῶν Σεργιανιστῶν.

2. Οἱ ἐν Ῥωσίᾳ πιστοὶ τηρηταὶ τῆς Παρακαταθήκης τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου Τύχωνος (+1925), δὲν ἀνεγνώρισαν τὴν καθεστωτικὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸν Σεργιανισμὸν (1927 ἑ.), προτιμήσαντες μέρος μὲν ἐξ αὐτῶν νὰ ὑποστῇ διωγμοὺς καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς Κατακόμβας, ἀναδεῖξαν οὕτω Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως, μέρος δὲ ἕτερον ἐξελθὼν τῆς Ρωσίας, συνεκροτήθη ἐκκλησιαστικῶς-διοικητικῶς εἰς τὴν Διασποράν, ἀναδεῖξαν ἐπίσης λαμπρὰς Ὁμολογιακὰς καὶ Ἁγίας Μορφάς, παγκοσμίου μάλιστα φήμης καὶ περιωπῆς.

3. Ἐν Ἑλλάδι, ἐν Ῥουμανίᾳ, ἐν Κύπρῳ, ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, συμπαγεῖς πληθυσμοὶ ἀπέρριψαν τὴν Ἡμερολογιακὴν-Ἑορτολογικὴν Καινοτομίαν τοῦ 1924 καὶ τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,  προτιμήσαντες ὡσαύτως τὰς διώξεις καὶ ἀναδείξαντες Μάρτυρας καὶ Ὁμολογητὰς τῆς Πίστεως, προκειμένου νὰ φανοῦν συνεπεῖς εἰς τὰς ἱερὰς Παραδόσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, διὰ δὲ ἐντυπωσιακῶν καὶ θαυμαστῶν Θεοσημειῶν, ὡς τῆς ἐμφανείας τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἐν Ἀθήναις (14.9.1925), ὁ Κύριος ἡμῶν ἐνεθάρρυνε καὶ ἐπεβράβευε τὸν κατὰ Θεὸν ζῆλον τῶν γνησίων Αὐτοῦ τέκνων.

4. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Καινοτομίας τοῦ 1924 εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ἐμμεί-ναντες εἰς τὰς Πατρώας Παραδόσεις ἤρχισαν χρησιμοποιοῦντες τὴν ὀνομασίαν «Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί», τὸ αὐτὸ δὲ ἔπραξαν καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τῶν Κατακομβῶν τῆς Ῥωσίας, οἱ λεγόμενοι Τυχωνῖται.

5. Κατὰ τόπους ὅμως καὶ κατὰ διαστήματα ἔχουν χρησιμοποιηθῆ καὶ ἕτεραι ποικίλαι ὀνομασίαι διὰ τοὺς ἀπορρίψαντας μὲν τὴν Καινοτομίαν τοῦ 1924 καὶ τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ εὑρισκομένους πάντοτε ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ γνησίου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καὶ εὐαγγελικοῦ ἤθους, ὡς καὶ τῆς νομίμου καὶ κανονικῆς τάξεως, καὶ ἔχοντας γνησίαν καὶ ἀδιάκοπον Ἀποστολικὴν Διαδοχὴν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως συγκροτοῦν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν τὴν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, Ἥτις ἀποτελεῖ, μετὰ τὴν συνεχῶς καὶ μεγαλυτέραν ἀπομάκρυνσιν τῶν Οἰκουμενιστῶν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ τῆς Ἀληθείας, τὴν αὐθεντικὴν συνέχειαν τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν σύγχρονον ἡμῶν ἐποχήν.

6. Ἡ δογματικῶς ἀναγκαία Ἐπισκοπικὴ Δομή, πρὸς συγκρότησιν καὶ συνέ-χειαν τῶν κατὰ τόπους Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐξησφαλίσθη, χάριτι Θεοῦ, εἴτε διὰ προσχωρήσεως ἐκ τῆς Καινοτομίας Ἀρχιερέων εἰς Αὐτάς κατόπιν βεβαίως Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, εἴτε διὰ χειροτονίας Ἐπισκόπων ἐκ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ἐν τῇ Διασπορᾷ, ἐχούσης ἀναμφισβήτητον Ἀποστολικὴν Διαδοχήν, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ καὶ ἡ Κανονικότης τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἀποδεδειγμένη καὶ βεβαιουμένη, ἀπρόσβλητος καὶ ἀναντίρρητος, θεοσημείαις δὲ ἐπικεκυρωμένη.

ΣΤ’. Ἡ Ἐπιστροφὴ εἰς τὴν Γνησίαν Ὀρθοδοξίαν

1. Εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν µετανοούντων αἱρετικῶν καὶ σχισµατικῶν, αἱ Οἰκουµενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς τῆς Ἀκριβείας, ἐφήρµοσαν κατὰ καιροὺς καὶ τὴν λεγομένην ἀρχὴν τῆς Οἰκονοµίας, μίαν δηλαδὴ Κανονικὴν καὶ Ποιµαντικὴν πρᾶξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται πρόσκαιρος ἀπόκλισις ἀπὸ τοῦ γράμματος τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἄνευ παραβιάσεως τοῦ πνεύµατος Αὐτῶν.

2. Ἐν τούτοις, ἡ Οἰκονοµία δὲν δύναται ποτὲ βεβαίως καὶ εἰς οὐδεμίαν περί-πτωσιν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀμνήστευσιν οἱασδήποτε ἁµαρτίας ἢ οἱουδήποτε συµβι-βασµοῦ σχετικῶς µὲ τὴν «Ὀρθὴν καὶ Σωτήριον τῆς Πίστεως Ὁμολογίαν», ἐφ’ ὅσον ἡ Οἰκονοµία ἀποβλέπει καθαρῶς καὶ μοναδικῶς, ἐν πνεύματι φιλανθρώπου συγκα-ταβάσεως, εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς σωτηρίας ψυχῶν, ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν.

3. Ἡ ἐφαρµογὴ τῆς Οἰκονοµίας κατὰ τὴν εἰσδοχὴν τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισµατικῶν εἰς Ἐκκλησιαστικὴν Κοινωνίαν, οὐδόλως σηµαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἐγκυρότητα καὶ τὸ ὑπαρκτὸν τῶν μυστηρίων αὐτῶν, τῶν τελεσθέντων ἐκτὸς τῶν Κανονικῶν καὶ Χαρισματικῶν Ὁρίων Αὐτῆς.

4. Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀνεγνώρισεν, οὔτε κατ’ Ἀκρίβειαν, οὔτε κατ’ Οἰκονομίαν, τὰ ἐκτὸς Αὐτῆς τελούμενα μυστήρια ἀπολύτως καὶ ἐξ ἀποστάσεως, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ οἱ τελοῦντες ἢ οἱ μετέχοντες τῶν μυστηρίων τούτων παραμένουν ἐν τοῖς κόλποις τῆς ἰδίας αὐτῶν αἱρετικῆς ἢ σχισματικῆς Κοινότητος.

5. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Οἰκονομίας ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον κατὰ τὴν εἰσδοχὴν ἐν μετανοίᾳ τῶν ἐκτὸς Αὐτῆς, μεμονωμένων προσώπων ἢ Κοινοτήτων, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται μὲν μόνον τὸν τύπον τοῦ ἐξ αἱρετικῶν ἢ σχισμα-τικῶν μυστηρίου, ἐὰν βεβαίως οὗτος ἔχῃ τηρηθῆ ἀνόθευτος, εἰδικῶς μάλιστα ἐν σχέσει πρὸς τὸ βάπτισμα, ζωοποιεῖ δὲ τοῦτον τὸν τύπον διὰ τῆς ἐνυπαρχούσης εἰς Αὐτὴν Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσῳ τῶν φορέων τῆς ἐν Ἀληθείᾳ Χριστοῦ πληρότητος Αὐτῆς, ἤτοι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων.

6. Εἰδικώτερον περὶ τῶν Μυστηρίων τῶν τελουμένων εἰς τὰς λεγομένας ἐπισήμους ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν διαβεβαιοῖ περὶ τοῦ κύρους αὐτῶν, οὔτε καὶ περὶ τῆς σωτηριολογικῆς ἀποτελεσματικότητος τούτων, ἰδίως εἰς ὅσους κοινωνοῦν «ἐν γνώσει» μετὰ τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὡς καὶ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἔστω καὶ ἂν Αὕτη δὲν ἐπαναλαμβάνῃ ὁπωσδήποτε τὸν τύπον αὐτῶν εἰς τοὺς ἐν μετανοίᾳ εἰσερχομένους εἰς κοινωνίαν μετ’ Αὐτῆς, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς συγκλήσεως μιᾶς Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, εἰς ἐπισφράγισιν τῶν ἤδη γενομένων εἰς τοπικὸν ἐπίπεδον.

7. Εἶναι βέβαιον πάντως ὅτι, ὅταν πλήττεται ἡ καθαρότης τοῦ Δόγματος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐξασθενῇ ὁ ἀρραγὴς σύνδεσμος Ὁμολογίας-Καθολι-κότητος-Κοινωνίας ἢ καὶ διαρρηγνύεται ἐντελῶς, τότε αἱ μυστηριολογικαὶ καὶ σωτηριολογικαὶ συνέπειαι εἶναι σοβαρώταται καὶ βαρύταται, προβλεπόμεναι σαφῶς ἀπὸ τὴν Ἀποστολικήν, Πατερικὴν καὶ Συνοδικὴν Παράδοσιν.

8. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος, ἄν καὶ τάσσεται ὑπὲρ τῆς Ἀκριβείας, ἀποδέχεται ὅμως καὶ τὴν χρῆσιν τῆς Οἰκονομίας ἔναντι αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν τινων (Ἱερὸς Κανὼν Α’), εἶναι σημαντικὸν νὰ ἀναφέρωμεν ὅτι ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει καθιερώσει καὶ συνοδικῶς τὴν χρῆσιν καὶ τῆς Οἰκονομίας εἰς «τοὺς προστιθεμένους τῇ Ὀρθοδοξίᾳ καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων», ὡς ἐμφαίνεται μάλιστα εἰς τὸν περίφημον 95ον Κανόνα τῆς Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου, διὰ τοῦ ὁποίου γίνονται δεκτοὶ ποικιλοτρόπως διάφοροι σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοί, εἴτε μόνον διὰ Μετανοίας, Λιβέλλου καὶ Ὁμολογίας, ὡς οἱ καταδεδικασμένοι πρὸ αἰώνων Νεστοριανοὶ καὶ Μονοφυσῖται, εἴτε διὰ Χρίσματος, εἴτε διὰ Βαπτίσματος.

* * *

            9. Ἐν γνώσει πάντων τῶν ἀνωτέρω,  ὡς καὶ τῶν ἰδιαιτέρων καταστάσεων εἰς ἑκάστην Τοπικὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει µετὰ ἰδιαιτέρας προσοχῆς ὅσους Κληρικοὺς καὶ Λαϊκοὺς ἐκ τῶν λεγομένων ἐπισήμων ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἐπιθυµοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς κοινωνίαν μετ’ Αὐτῆς, φροντί-ζουσα -κατὰ τὴν ἄσκησιν ὑπ’ Αὐτῆς τῆς ποιµαντικῆς προνοίας δι’ αὐτοὺς- διὰ τὸ λίαν οὐσιῶδες, ἤτοι νὰ προβοῦν οὗτοι εἰς τὴν ἐπιλογὴν αὐτῶν ἐλευθέρως, συνειδητῶς καὶ ὑπευθύνως.

10. Κατὰ γενικὸν κανόνα, οἱ Μοναχοὶ καὶ οἱ Λαϊκοὶ ἐκ τούτων, οἱ ἔχοντες βεβαίως βαπτισθῆ κατὰ τὸν ὀρθόδοξον τύπον, γίνονται δεκτοὶ εἰς Κοινωνίαν διὰ Χρίσματος, μέσῳ μιᾶς εἰδικῆς Τάξεως, συνδεδεμένης πάντοτε πρὸς τὸ Μυστήριον τῆς ἱερᾶς Ἐξοµολογήσεως, οἱ δὲ Κληρικοὶ ὑποβάλλουν γραπτὴν αἴτησιν καὶ ἐφ’ ὅσον αὕτη ἐγκριθῇ, γίνονται δεκτοὶ εἰς Κοινωνίαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὡς καὶ διὰ µιᾶς εἰδικῆς Τάξεως Χειροθεσίας, συντεταγµένης πρὸς τοῦτο, εἰδικῶς διὰ τοιαύτας περιπτώσεις.

11. Εἶναι κατανοητὸν ὅτι, ἀναλόγως τῶν κατὰ τόπους καὶ κατὰ περίπτωσιν ἰδιομορφιῶν, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐπιεικεστέρας ἢ αὐστηροτέρας Τάξεως, ἀποφαί-νεται ὁ ἐπιχώριος Ἐπίσκοπος ἐπὶ τῇ βάσει ὁρισθέντων συνοδικῶς κριτηρίων ἢ ἡ ἁρμοδία Σύνοδος, κατά τὸν λόγον τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ Καρχηδόνος:

● «Εἰς τὸ θέµα τοῦτο οὐδένα ἐξαναγκάζοµεν οὐδὲ ἐπιβάλλοµεν νόµον, ἐφ’ ὅσον ἕκαστος Ἱεράρχης ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τῆς βουλήσεως εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἔχῃ δὲ νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου».

12. Μία Μείζων Γενικὴ Σύνοδος, πανορθοδόξου κύρους, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεσπίσῃ τὰ γενικὰ κριτήρια καὶ τὰς προϋποθέσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀσκῆται ἡ πρακτικὴ τῆς εἰσδοχῆς τῶν ἐπιστρεφόντων ἐκ διαφόρων νεοφανῶν σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν Κοινοτήτων εἰς τὴν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.

Ζ’. Πρὸς σύγκλησιν Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

1. Κατὰ τὸν παρελθόντα εἰκοστὸν αἰῶνα, γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς προέβησαν τοπικῶς, ὅτε τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῆ, εἰς συνοδικὰς καταδίκας τόσον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅσον καὶ τοῦ Σεργιανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ (Μασωνίας).

2. Ἐνδεικτικῶς, ἀναφέρονται αἱ καταδίκαι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῆς Ῥωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Διασπορᾷ ἐν ἔτει 1983, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἐν ἔτει 1998· ἐπίσης, ἡ καταδίκη τοῦ Σεργιανισμοῦἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Κατακομβῶν ἐν Ῥωσίᾳ, ὡς καὶ ἐπίσης ἀπὸ τὴν Ῥωσικὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Διασπορᾷ κατὰ διαφόρους καιρούς, τέλος δὲ καὶ ἡ καταδίκη τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ (Μασωνίας) ἀπό τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ἐν ἔτει 1988.

3.Αἱ Συνοδικαὶ αὗται ἐπικρίσεις, ἰδίως μάλιστα τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀποτελοῦν σημαντικοὺς σταθμοὺς πρὸς τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν, διὰ τὴν σύγκλησιν μιᾶς Γενικῆς ΣυνόδουΓνησίων Ὀρθοδόξων, Ἥτις θὰ ἀποφανθῇ μετ’ ηὐξημένου κύρους περὶ τῆς Ἡμερολογιακῆς-Ἑορτολογικῆς Καινοτομίας καὶ τοῦ ἀντι-ευαγγελικοῦ καὶ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

            4. Τὸ ἀναγκαῖον σήμερον εἶναι, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κοινῆς καὶ Ὀρθῆς Ὁμολογίας τῆς Πίστεως, ἡ ἕνωσις εἰς ἕν κοινὸν Σῶμα πασῶν τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Γνησίας Όρθοδοξίας, προκειμένου νὰ δηµιουργηθοῦν αἱ προϋποθέσεις πρὸς συγκρότησιν/σύγκλησιν Μείζονος Γενικῆς Συνόδου Αὐτῶν, πανορθοδόξου ἐμβελείας καὶ κύρους, διὰ τὴν δραστικὴν ἀντιμετώπισιν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουµενισµοῦ, ὡς καὶ τοῦ ποικιλομόρφου Συγκρητισμοῦ, ἐπίσης δὲ καὶ διὰ τὴν ἐπίλυσιν ποικίλων προβλημάτων καὶ ζητημάτων πρακτικῆς καὶ ποιμαντικῆς φύ-σεως, ἅτινα ἀπορρέουν ἐκ τούτων καὶ ἀπασχολοῦν τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας γενικῶς, ἀλλὰ καὶ τῶν πιστῶν εἰδικῶς, ὥστε νὰ διασφαλισθῆ ὁ σύνδεσμος τῆς ἐν Χριστῷ Εἰρήνης καὶ Ἀγάπης.

5.Ἡ ἀνάγκη αὕτη καθίσταται κατανοητὴ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία, ὡς τὸ πραγματικὸν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὡς ἐκ τῆς φύσεως Αὐτῆς Καθολικὴ ἐν τῇ πληρότητι τῆς Ἀληθείας, τῆς Χάριτος καὶ τῆς Σωτηρίας, ἀποφαίνεται δὲ Συνοδικῶς διὰ τῶν Ἐπισκόπων Αὐτῆς ἔναντι ἑτεροδιδασκαλιῶν καὶ τοῦ ἐξ αὐτῶν παγκοσμίου σκανδάλου· ὡς ἐκ τούτου, ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν διατύπωσιν τῶν Ἀληθειῶν τῆς Πίστεως, πρὸς ὁριοθέτησιν τῆς Ἀληθείας ἔναντι τοῦ ψεύδους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν στηλίτευσιν καὶ καταδίκην τῆς πλάνης καὶ τῆς φθορᾶς ἐκ  τῆς αἱρέσεως καὶ τῶν αἱρετικῶν, διὰ τὴν προστασίαν τοῦ Ποιμνίου, διαπιστώνουσα καὶ διακηρύττουσα τὴν ἤδη ὑφισταμένην ἔκπτωσιν τῶν αἱρετικῶν.

6.Οὕτως, ἐν Συνόδῳ Μεγάλῃ καὶ Γενικῇ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέον ὅπως διακηρυχθῇ πάσῃ τῇ κτίσει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐν ἡμῖν Μοναδικὴ Ἐλπὶς, ὡς μόνη διέξοδος ἐξ ὅλων τῶν ἀδιεξόδων «διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν», ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πλήρης καὶ ὁριστικὴ ἀντίθεσις, ὡς ἀλληλο-αποκλειομένων, Ὀρθοδοξίας καὶ Συγκρητισμοῦ, οἰκουμενιστικῆς καὶ σεργιανιστικῆς κατευθύνσεως, πρὸς δόξαν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Θεομητορικαῖς,  Ἀποστολικαῖς, καὶ Πατερικαῖς πρεσβείαις.

            7.Εἴθε νὰ ἀξιωθῶμεν εἰς τὸ ἐγγὺς μέλλον, ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι καὶ ταῖς Ἁγίαις Συνόδοις, διαφυλάσσοντες δὲ ἀκαινοτόμητον τὴν ἅπαξ Παραδοθεῖσαν Πίστιν εἰς ἡμᾶς, νὰ συνδιακηρύξωμεν μὲ τοὺς Πατέρας τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1848:

«“Κρατῶμεν τῆς Ὁμολογίας”, ἣν παρελάβομεν ἄδολον…, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμὸν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου· ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν, κατελέγχει ἐλλιπῆ τὴν κεκηρυγμένην Ὀρθόδοξον Πίστιν. Ἀλλ’ Αὕτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μὴ ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν ἡντιναοῦν, καὶ ὁ τολμῶν ἢ πρᾶξαι ἢ συμβουλεῦσαι ἢ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν Πίστιν τοῦ Χριστοῦ».

+

Ἀρχῆς Χορηγῷ καὶ Τέλους,

τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι,

τῇ μιᾷ τῶν Πάντων Θεότητι,

ἔστω Δόξα· ἔστω Κράτος· ἔστω Τιμή·

νῦν καὶ ἀεί,

καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν!


Nicefor.Info